ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Β΄ ΛΟΥΚΑ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Γιά
νά γίνει κανείς πιστός ὑπήκοος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί,
γιά νά λάβει μισθό καί νά ἀποκληθεῖ «υἱός ὑψίστου» εἶναι ἀνάγκη νά ἐφαρμόσει
τήν πρώτη καί μεγάλη ἐντολή τῆς ἀγάπης γιά τήν ὁποία σήμερα μᾶς κάνει λόγο τό ἰερό
Εὐαγγέλιο. Ἴσως τά λόγια του μᾶς φαίνονται βαρειά κι ἀκατόρθωτα, ἴσως νά μή
συμβαδίζουν μέ τό σύγχρονο πνεῦμα τῆς ζωῆς πού θέλει τόν ἄνθρωπο διπλωμάτη καί
εὐέλικτο, ἴσως ἀκόμα καί ὁ ἐσωτερικός μας ἐαυτός ν΄ ἀντιδρᾶ ἐνστικτωδῶς στήν ἐφαρμογή
τους. Παρ΄ ὅλ΄ αὐτά ὅμως εἶναι τά λόγια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πού μᾶς
δείχνουν τό δρόμο τοῦ ἀγιασμοῦ καί τῆς θεώσεως. Ὅποιος δέν ἀγαπήσει γνήσια τό
Θεό καί τόν ἄνθρωπο δέν πρόκειται νά σωθεῖ ἔστω κι ἄν γίνει σκελετός ἀπό τίς
νηστεῖες καί τίς κακοπάθειες, ἔστω κι ἄν γνωρίζει ὅλη τή θεολογία, ἔστω κι ἄν
μαρτυρήσει καί βασανιστεῖ, ἔστω κι ἄν κατορθώνει μέ τήν πίστη του νά
θαυματουργεῖ. Ὅπως χαρακτηριστικά τονίζει στόν ὕμνο τῆς ἀγάπης ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
«μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13).
Ἄν
καί ἡ ἀγάπη εἶναι παγκόσμιο αἴτημα, ἐν τούτοις στήν ἐφαρμογή της προβάλλει ἀνυπέρβλητο
ἐμπόδιο ὁ ἐγωισμός τοῦ ἀνθρώπου.Δέν εἶναι διατεθειμένοι οἱ ἄνθρωποι νά
θυσιασθοῦν, οὔτε νά δώσουν τόν ἑαυτό τους στήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου. Εὐχαρίστως
δίνουν ἀγάπη μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου πού δέν παραβλάπτεται τό προσωπικό
τους συμφέρον. Ἀπό τή στιγμή πού θά διαισθανθοῦν ὅτι μέ τή συμπεριφορά τους
διακυβεύεται τό ἀτομικό τους συμφέρον, ἐγκαταλείπουν τήν προσπάθεια ἤ ἀκόμα
τή φαινομενική ἀγάπη τή μεταστρέφουν σέ ἀδυσώπητο μῖσος καί κακία. Ὕστερα ἀπό
τόσα χρόνια, ὅπου τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης καθημερινά ἀντιλαλεῖ μέσα στό
χριστιανικό κόσμο, ἐξακολουθοῦμε νά ἔχουμε σάν ἐντολή τό Μωσαϊκό Νόμο, πού ὁρίζει
«ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ καί ὀδόντα ἀντί ὀδόντος». Σήμερα πού γίνεται τόσος
λόγος γιά ἀγάπη, ὑποφέρει ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό τήν ἔλλειψή της. Κι ἀκόμα ὅπου
τήν συναντᾶ κανείς δέν βρίσκει τή γνήσια ἀγάπη, ἀλλά συναντᾶ τή
συναισθηματική, τήν αἰσθησιακή, τήν ἐγωϊστική, τήν ὑποκριτική ἀγάπη.
Θέλουμε
τήν ἀγάπη ἀλλά ξεκινᾶμε νά τήν οἰκοδομήσουμε χωρίς θεμέλια. Στέρεο καί ἀρραγές
θεμέλιο τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ θυσία. Ἀγαπῶ σημαίνει θυσιάζομαι, ἀνέχομαι, ταπεινώνομαι.
Πεθαίνω γιά νά ζήσεις. Χάνω γιά νά κερδίσεις.
Ὑποχωρῶ γιά ν΄ ἀνεβεῖς. Σιωπῶ γιά νά μιλήσεις. Ἀγάπη σημαίνει: πλησιάζω
ἕναν ἄρρωστο μέ μεταδοτική ἀσθένεια καί δέν φοβᾶμαι. Δανείζω ἐκεῖνον πού δέν ἔχει
νά μοῦ τά ἐπιστρέψει. Εὐεργετῶ τό συκοφάντη μου. Προσεύχομαι γιά τόν διώκτη
μου. Συγχωρῶ τόν ἐχθρό μου. Κάνω ὅ,τι θέλω νά μοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι.
Ὑπόδειγμά
μας στό δύσβατο καί ἀνηφορικό δρόμο τῆς ἀγάπης ἔχουμε «τήν Ἑσταυρωμένη ἀγάπη»
τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος θυσιάσθηκε γιά τή σωτηρία μας καί ὑπέμεινε Σταυρό
καί θάνατο γιά τή δική μας ἀνάσταση καί ζωή.
Χαρακτηριστικό
γνώρισμα γιά κάθε συνειδητό χριστιανό πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτή εἶναι τό φῶς
πού φωτίζει τή ζωή τοῦ χριστιανοῦ. Ζωή χωρίς ἀγάπη εἶναι πορεία μέσα στό
σκοτάδι καί στό θάνατο. Ζωή μέσα στήν ἀγάπη εἶναι ζωή μέσα στό Θεό, ἀφοῦ «ὁ
Θεός ἀγάπη ἐστί» (Α΄ Ἰω. δ΄ 16).
Δέν
μποροῦμε νά λέμε, ὅτι ἀγαπᾶμε τό Θεό καί συγχρόνως νά μισοῦμε τό συνάνθρωπό
μας. Οἱ δύο ἀγάπες Θεοῦ καί ἀνθρώπου εἶναι ἄρρηκτα ἑνωμένες μεταξύ τους κατά
τέτοιο τρόπο ὥστε ὅταν ἀδυνατίζει ἡ μία, ἀδυνατίζει καί ἡ ἄλλη, ὅταν καταργεῖται
ἡ μία, καταργεῖται καί ἡ ἄλλη καί ὅταν αὐξάνεται ἡ μία, αὐξάνεται καί ἡ ἄλλη.
Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ ἀληθινά τό Θεό, ἀγαπᾶ καί τόν ἄνθρωπο. Θαυμάστε τήν ἀγάπη τῶν
ἁγίων. Τήν ἀγάπη τους πρός τό Θεό τήν ἐκδήλωναν στόν ἄνθρωπο, γιατί πίστευαν ὅτι
ὁ ἄνθρωπος εἶναι «εἰκών τοῦ Θεοῦ».
Χαρακτηριστικό
εἶναι τό περιστατικό πού ἀναφέρει τό Γεροντικό: Κάποτε ἕνας γέροντας ἀσκητής πῆρε
στόν ὦμο του τά καλάθια πού εἶχε ὅλο τό χρόνο ἑτοιμάσει καί ξεκίνησε γιά τήν Ἀλεξάνδρεια
νά τά πουλήσει καί ἐξοικονομήσει τά πρός τό ζεῖν ἀναγκαῖα. Καθώς κατέβαινε ἀπό
τό βουνό σέ μιά ρεματιά συνάντησε ἔνα λεπρό, κουλουριασμένο μέσα στά
κουρελιασμένα ροῦχα του, ζωντανό νεκρό. Ἔσκυψε μέ ἀγάπη ὁ ἀσκητής στίς πληγές
του, τόν περιποιήθηκε, τόν καθάρισε καί τοῦ ἔδωσε νά φάει. Ἀφοῦ συνῆλθε ὁ
λεπρός παρακάλεσε τόν ἀσκητή νά τόν πάρει μαζί του στήν πόλη. Ὁ ἅγιος ἐκεῖνος
γέροντας χωρίς νά φοβηθεῖ τή λέπρα τοῦ συνανθρώπου του τόν πῆρε στήν πλάτη του
καί τόν ἔφερε στήν πόλη. «Ποῦ θέλεις νά σέ πάω», ρώτησε ὁ ἀσκητής. «Ὅπου πᾶς ἐσύ»
ἀπάντησε ὁ λεπρός. Ἔτσι ὁ γέροντας σταμάτησε μαζί μέ τό λεπρό σέ μία γωνία ἑνός
πολυσύχναστου δρόμου γιά νά πουλήσει τό ἐργόχειρό του. Ὅταν πούλησε τό πρῶτο
καλάθι λέει ὁ λεπρός στόν ἀσκητή: «Πεινῶ». Ἀγοράζει μέ τά χρήματα τοῦ ἑνός
καλαθιοῦ ὁ γέροντας φαγητό καί ταΐζει τό λεπρό. Ὅταν πούλησε δεύτερο καλάθι
λέει πάλι ὁ λεπρός στόν ἀσκητή: «Κρυώνω». Ἀγοράζει μέ τά χρήματα τοῦ δευτέρου
καλαθιοῦ ροῦχα καί ντύνει τό λεπρό. Ὅταν πούλησε καί τά ἄλλα καλάθια λέγει πάλι
ὁ λεπρός στόν ἀσκητή: «Τώρα θέλω νά μέ πάρεις στά λουτρά νά μέ καθαρίσεις καί
νά μέ περιποιηθεῖς». Δίνει ὅλα τά χρήματά του ὁ ἀγαθός γέροντας καί περιποιεῖται
μέ πολλή ἀγάπη τό λεπρό. Κι ἀφοῦ τόν ἐτοίμασε, τόν καθάρισε, τόν ἔπλυνε, τόν
τάϊσε, τόν περιποιήθηκε κι ἦταν ἕτοιμος νά ἀναχωρήσει γιά τό ἀσκητήριό του
χωρίς χρήματα καί χωρίς τροφές, ἀφοῦ ὅλα τά εἶχε διαθέσει γιά τήν ἀγάπη τοῦ λεπροῦ,
καθώς ἔσκυψε γιά νά τόν ἀποχαιρετήσει, εἶδε νά ἀλλοιώνεται ἡ ὄψη του σάν τοῦ ἀγγέλου
κι ἄκουσε τή φωνή του νά τοῦ λέει: «Εὐλογημένος
νά εἶσαι ἄνθρωπε τῆς ἀγάπης». Κι ὁ λεπρός πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό ἄγγελος ἐξαφανίστηκε.
Ἀγαπητοί
μου χριστιανοί.
Τή
χριστιανική μας ἰδιότητα θά τή δείξουμε στή συμπεριφορά μας πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους,
ἄν ἔχουμε ἀγάπη. Ἄς ἀγαπᾶμε γνώσια, ὅπως μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Ἄς βρισκόμαστε
πάντα κοντά στόν ἀνθρώπινο πόνο, παρόντες στή δυστυχία καί στήν ἀγάπη τοῦ
πλησίον μας ἀδιάκριτα.
Ὅπου
ὑπάρχει θλίψη, δοκιμασία, φτώχεια, ἀπελπισία, ἐγκατάλειψη, πένθος, ἄς
προσπαθήσουμε μέ τό ὑστέρημά μας, μέ τά λόγια τῆς ἀγάπης καί μέ τήν προσευχή
μας νά φέρουμε ἐλπίδα καί χαρά.
Ἡ
ἀγάπη ὅπως τή δίδαξε καί τήν ἔζησε ὁ Χριστός καί ὅλοι οἱ θεωμένοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας
μας εἶναι ἡ δύναμη πού μᾶς ἑνώνει μέ τό Θεό καί μέ τούς συνανθρώπους μας.
Σήμερα
πού βασανιζόμαστε μέσα στήν ἐγωκεντρική καταιγίδα τῆς ἀγωνίας καί τοῦ φόβου,
μοναδική ἐλπίδα μας εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος κατασκηνώνει μόνο μέσα στίς καρδιές
πού ἀγαποῦν.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Β΄ ΛΟΥΚΑ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου
Ὁ
Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, στηριζόμενος στήν ψυχολογική βάση τῆς
ταυτοπαθείας, μᾶς παραδίδει τόν χρυσοῦν κανόνα συμπεριφορᾶς: «Ὅπως θέλετε νά σᾶς
συμπεριφέρονται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καί σεῖς σ΄ ἐκείνους». Δέν ἀρκεῖται
στήν ἀρνητική διατύπωση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «ὅ σύ μισεῖς μηδενί ποιήσῃς», ἀλλά
παίρνει θετική θέση, γιατί αὐτή ἀκριβῶς πρέπει νά εἶναι ἡ στάση τοῦ χριστιανοῦ
στή ζωή. Δέν φτάνει νά ἀποφεύγει ὁ Χριστιανός τό κακό, ἀλλά πρέπει νά πράττει
τό ἀγαθό: «Ἔκκλινον ἀπό κακοῦ καί ποίησον ἀγαθόν». Τό διακριτικό γνώρισμα «τῶν
υἱῶν τοῦ Ὑψίστου» εἶναι ἡ ἀγάπη πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀδιακρίτως.
Καί ἀκόμα περισσότερο ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, πρός τούς ἀχαρίστους καί
πονηρούς. Μᾶς καλεῖ σήμερα ὁ Κύριος νά ὁμοιάσουμε σ΄ Ἐκεῖνον ὄχι ὡς πρός τή
δύναμη, οὔτε ὡς πρός τή σοφία, ἀλλά πρός τήν ἀγαθότητα. «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες,
καθώς καί ὁ πατήρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστίν».
Εἶναι
γεγονός ὅτι στούς πολλούς τό κήρυγμα περί ἀγάπης, πού φθάνει μέχρι τή θυσία
καί περιλαμβάνει ἀκόμα καί τούς ἐχθρούς, φαίνεται παράδοξο καί παράλογο. Ἀρέσκονται
νά χρησιμοποιοῦν τό Εὐαγγέλιο ὅταν ἐξυπηρετεῖ τίς ἐπιδιώξεις τους. Τήν
πραγματική ὅμως ἀλήθεια τήν καλύπτουν καί τήν παραποιοῦν.
Σέ
μιά ἐποχή πού κηρύσσονται ἀκατάπαυστα τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, οἱ ἄνθρωποι
ἔχουν πάψει νά πιστεύουν στήν ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Γι΄ αὐτούς ἀξία
ἔχει τό ἄτομο, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή ἐκεῖνος πού ἔχει οἰκονομική ἀξία καί πού
χρησιμοποιεῖται σάν ἀριθμός στήν κοινωνική μηχανή. Ὅπου ἔχει σταματήσει νά
θεωρεῖται ὁ κάθε ἄνθρωπος σάν πρόσωπο σεβαστό μέ ἀξία καί δικαιώματα, ἐκεῖ ἐπικρατεῖ
ὁ νόμος τῶν ἀγριανθρώπων.
Ἀλλά
ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἄτομο μόνο μέ οἰκονομική καί κοινωνική ἀξία. Εἶναι πρόσωπο
μέ ἀξία πνευματική καί ἠθική: «Ἡλάττωσας αὐτόν βραχύ τι παρ΄ ἀγγέλους» λέγει ὁ
Δαβίδ. Ἕνας μόνο ἄνθρωπος, μία μόνο ψυχή ὑπερβαίνει σέ ἀξία ὁλόκληρο τόν
κόσμο. Ὁ Θεός δίνει ἀξία στόν ἄνθρωπο ὑπέρ τοῦ ὁποίου καθημερινά προνοεῖ καί ἐργάζεται.
Γιά τόν ἄνθρωπο ὁ Χριστός ἐνηνθρώπισε καί ἐδίδαξε καί ἐθαυματούργησε καί ἔπαθε
καί ἀνέστη γιά νά τόν ἀναστήσει ἀπό τήν καταδυναστεία τῆς φθορᾶς καί τοῦ
διαβόλου, γιά νά τόν ἐπαναφέρει στήν προπτωτική ἀφθαρσία καί γιά νά τόν ἐπανατοποθετήσει
στό βάθρο τῆς υἱοθεσίας. Καί μετά ἔρχονται οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι νά θεωρήσουν
τόν ἄνθρωπο ὄχι ὀλίγο κατώτερο τῶν ἀγγέλων, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός, ἀλλά ὀλίγο ἀνώτερο
τῶν κτηνῶν.
Ὁ
λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς προτρέπει στήν ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Σάν παράδειγμα προβάλλεται
ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «χρηστός ἐστίν ἐπί τούς ἀχαρίστους καί πονηρούς» καί ὁ ὁποῖος
μέ τή διδασκαλία καί τή ζωή του, πού ἔφθασε στό ἀκρότατο σημεῖο τῆς θυσίας του,
μᾶς προτρέπει νά ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας, νά δανείζουμε χωρίς νά περιμένουμε ἀνταπόδοση,
νά εἴμαστε σπλαχνικοί στόν πλησίον καί συμπονετικοί στίς δυστυχίες του, νά μή
κατακρίνουμε μέ ἀσυμπάθεια καί ἐγωισμό τίς πράξεις του, νά μή γινόμαστε
δικαστές ἀπρόσκλητοι καί προπετεῖς, νά ἀγαπᾶμε χωρίς ὅρια ἐκείνους πού μᾶς ἀγαποῦν
κι ἐκείνους πού μᾶς μισοῦν.
Εἶναι
εὔκολο πράγμα νά ὑπερβεῖ κανείς τήν ἐκκεντρικότητα τοῦ σημερινοῦ τρόπου ζωῆς
καί νά περάσει στήν κοινωνία τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιοσύνης; Δέν εἶναι εὔκολο,
δέν εἶναι ὅμως καί ἀκατόρθωτο. Ὅπου ὑπάρχει θέληση καί πίστη στό Θεό, τά
τείχη τῶν δυσκολιῶν καταλύονται καί εὔκολα ἔρχεται τό ποθούμενο ἀποτέλεσμα. Ὅταν
ὁ ἄνθρωπος ξαναβρεῖ τό Θεό, θά ἀνακαλύψει καί τήν πραγματική ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου
προσώπου. Ὅσο εἶναι δεμένος μέ τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου, θά σκέπτεται ὡς
σαρκικός ἄνθρωπος. Ὅταν ὅμως ἀποκτήσει τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τότε θά «φρονεῖ τά
τοῦ Θεοῦ», τότε θά ἀγαπᾶ, θά ἀνέχεται, θά μακροθυμεῖ, θά ὑπομένει, θά
χαρίζεται ὅπως ὁ Χριστός.
Γιά
νά ἀποτινάξουμε τό σκληρό κέλυφος τοῦ ἐγωισμοῦ πού περιβάλλει τήν ὕπαρξή
μας, χρειάζεται ἐσωτερική βία καί δύναμη. Γιά νά ἐξέλθουμε ἀπό τήν ἀπομόνωση
τοῦ ἐγώ στή χαρά τῆς ἐπικοινωνίας, πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσουμε τίς
προσωπικές μας χαρές γιά χάρη τοῦ ἀδελφοῦ μας. Γιά νά πάψει ἡ κοινωνική
μας ζωή νά εἶναι ὑποκριτική, θά πρέπει νά διαποτισθεῖ ἀπό τό πνεῦμα τῆς
χριστιανικῆς ἀγάπης πού θέλει ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντι στούς ἄλλους νά εἶναι
ὅπως ἐπιθυμοῦμε νά εἶναι καί ἡ δική τους πρός ἐμᾶς.
Ἀδελφοί
μου,
Ἄς
κρατήσουμε τή συνταγή κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος. Ἡ ἀτομοκεντρική
ἐποχή μας θά μᾶς δυσκολέψει πολύ. Ἐμεῖς ὅμως, τέκνα τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ἄς ἐπιδιώκουμε
τήν ἀγάπη, γιά νά ἔχουμε τό Θεό στήν καρδιά μας καί στή ζωή μας. «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί
καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου