5 Οκτ 2014

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ              
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

            Γιά νά γίνει κανείς πιστός ὑπήκοος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, γιά νά λάβει μισθό καί νά ἀποκληθεῖ «υἱός ὑψίστου» εἶναι ἀνάγκη νά ἐφαρμόσει τήν πρώτη καί μεγάλη ἐντολή τῆς ἀγάπης γιά τήν ὁποία σήμερα μᾶς κάνει λόγο τό ἰερό Εὐαγγέλιο. Ἴσως τά λόγια του μᾶς φαίνονται βαρειά κι ἀκατόρθωτα, ἴσως νά μή συμβαδίζουν μέ τό σύγχρονο πνεῦμα τῆς ζωῆς πού θέλει τόν ἄνθρωπο διπλωμάτη καί εὐέλικτο, ἴσως ἀκόμα καί ὁ ἐσωτερικός μας ἐαυτός ν΄ ἀντιδρᾶ ἐνστικτωδῶς στήν ἐφαρμογή τους. Παρ΄ ὅλ΄ αὐτά ὅμως εἶναι τά λόγια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πού μᾶς δείχνουν τό δρόμο τοῦ ἀγιασμοῦ καί τῆς θεώσεως. Ὅποιος δέν ἀγαπήσει γνήσια τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο δέν πρόκειται νά σωθεῖ ἔστω κι ἄν γίνει σκελετός ἀπό τίς νηστεῖες καί τίς κακοπάθειες, ἔστω κι ἄν γνωρίζει ὅλη τή θεολογία, ἔστω κι ἄν μαρτυρήσει καί βασανιστεῖ, ἔστω κι ἄν κατορ­θώ­νει μέ τήν πίστη του νά θαυματουργεῖ. Ὅπως χαρακτηριστικά τονί­ζει στόν ὕμνο τῆς ἀγάπης ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13).

            Ἄν καί ἡ ἀγάπη εἶναι παγκόσμιο αἴτημα, ἐν τούτοις στήν ἐφαρμογή της προ­βάλλει ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο ὁ ἐγωισμός τοῦ ἀν­θρώ­που.Δέν εἶναι δια­τε­θει­μέ­νοι οἱ ἄνθρωποι νά θυσιασθοῦν, οὔτε νά δώσουν τόν ἑαυτό τους στήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου. Εὐχαρίστως δίνουν ἀγάπη μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου πού δέν παρα­βλά­πτεται τό προσωπικό τους συμφέρον. Ἀπό τή στιγμή πού θά διαισθανθοῦν ὅτι μέ τή συμπεριφορά τους διακυβεύεται τό ἀτομικό τους συμφέρον, ἐγκα­τα­λεί­πουν τήν προσπάθεια ἤ ἀκόμα τή φαινομενική ἀγάπη τή μεταστρέφουν σέ ἀδυ­σώ­πητο μῖσος καί κακία. Ὕστερα ἀπό τόσα χρόνια, ὅπου τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης κα­θημερινά ἀντιλαλεῖ μέσα στό χριστιανικό κόσμο, ἐξακολουθοῦμε νά ἔχουμε σάν ἐντολή τό Μωσαϊκό Νόμο, πού ὁρίζει «ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ καί ὀδόντα ἀντί ὀδόντος». Σήμερα πού γίνεται τόσος λόγος γιά ἀγάπη, ὑποφέρει ἡ ἀνθρω­πό­τη­τα ἀπό τήν ἔλλειψή της. Κι ἀκόμα ὅπου τήν συναντᾶ κανείς δέν βρίσκει τή γνή­σια ἀγάπη, ἀλλά συναντᾶ τή συναισθηματική, τήν αἰσθησιακή, τήν ἐγωϊστική, τήν ὑποκριτική ἀγάπη.
            Θέλουμε τήν ἀγάπη ἀλλά ξεκινᾶμε νά τήν οἰκοδομήσουμε χωρίς θεμέλια. Στέρεο καί ἀρραγές θεμέλιο τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ θυσία. Ἀγαπῶ σημαίνει θυσιά­ζο­μαι, ἀνέχομαι, ταπει­νώ­νο­μαι. Πεθαίνω γιά νά ζήσεις. Χάνω γιά νά κερδίσεις.  Ὑ­ποχωρῶ γιά ν΄ ἀνεβεῖς. Σιωπῶ γιά νά μιλήσεις. Ἀγάπη σημαίνει: πλησιάζω ἕ­ναν ἄρρωστο μέ μεταδοτική ἀσθένεια καί δέν φοβᾶμαι. Δανείζω ἐκεῖνον πού δέν ἔχει νά μοῦ τά ἐπιστρέψει. Εὐεργετῶ τό συκοφάντη μου. Προσεύχο­μαι γιά τόν διώκτη μου. Συγχωρῶ τόν ἐχθρό μου. Κάνω ὅ,τι θέλω νά μοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι.
            Ὑπόδειγμά μας στό δύσβατο καί ἀνηφορικό δρόμο τῆς ἀγάπης ἔχουμε «τήν Ἑσταυρωμένη ἀγάπη» τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος θυσιάσθηκε γιά τή σωτηρία μας καί ὑπέμεινε Σταυρό καί θάνατο γιά τή δική μας ἀνάσταση καί ζωή.
            Χαρακτηριστικό γνώρισμα γιά κάθε συνειδητό χριστιανό πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτή εἶναι τό φῶς πού φωτίζει τή ζωή τοῦ χριστιανοῦ. Ζωή χωρίς ἀγάπη εἶναι πορεία μέσα στό σκοτάδι καί στό θάνατο. Ζωή μέσα στήν ἀγάπη εἶναι ζωή μέσα στό Θεό, ἀφοῦ «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» (Α΄ Ἰω. δ΄ 16).
            Δέν μποροῦμε νά λέμε, ὅτι ἀγαπᾶμε τό Θεό καί συγχρόνως νά μισοῦμε τό συ­­νάνθρωπό μας. Οἱ δύο ἀγάπες Θεοῦ καί ἀνθρώπου εἶναι ἄρρηκτα ἑνωμένες με­ταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο ὥστε ὅταν ἀδυνατίζει ἡ μία, ἀδυνατίζει καί ἡ ἄλλη, ὅ­ταν καταργεῖται ἡ μία, καταργεῖται καί ἡ ἄλλη καί ὅταν αὐξάνεται ἡ μία, αὐξά­νε­ται καί ἡ ἄλλη. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ ἀληθινά τό Θεό, ἀγαπᾶ καί τόν ἄνθρωπο. Θαυμάστε τήν ἀγάπη τῶν ἁγίων. Τήν ἀγάπη τους πρός τό Θεό τήν ἐκδήλωναν στόν ἄνθρωπο, γιατί πίστευαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «εἰκών τοῦ Θεοῦ».
            Χαρακτηριστικό εἶναι τό περιστατικό πού ἀναφέρει τό Γεροντικό: Κάποτε ἕνας γέροντας ἀσκητής πῆρε στόν ὦμο του τά καλάθια πού εἶχε ὅλο τό χρόνο ἑτοιμάσει καί ξεκίνησε γιά τήν Ἀλεξάνδρεια νά τά πουλήσει καί ἐξοικονομήσει τά πρός τό ζεῖν ἀναγκαῖα. Καθώς κατέβαινε ἀπό τό βουνό σέ μιά ρεματιά συνάντησε ἔνα λεπρό, κουλουριασμένο μέσα στά κουρελιασμένα ροῦχα του, ζωντανό νεκρό. Ἔσκυψε μέ ἀγάπη ὁ ἀσκητής στίς πληγές του, τόν περιποιήθηκε, τόν καθάρισε καί τοῦ ἔδωσε νά φάει. Ἀφοῦ συνῆλθε ὁ λεπρός παρακάλεσε τόν ἀσκητή νά τόν πάρει μαζί του στήν πόλη. Ὁ ἅγιος ἐκεῖνος γέροντας χωρίς νά φο­βηθεῖ τή λέπρα τοῦ συνανθρώπου του τόν πῆρε στήν πλάτη του καί τόν ἔφερε στήν πόλη. «Ποῦ θέλεις νά σέ πάω», ρώτησε ὁ ἀσκητής. «Ὅπου πᾶς ἐσύ» ἀπά­ντη­σε ὁ λεπρός. Ἔτσι ὁ γέροντας σταμάτησε μαζί μέ τό λεπρό σέ μία γωνία ἑνός πο­λυ­σύχναστου δρόμου γιά νά πουλήσει τό ἐργόχειρό του. Ὅταν πούλησε τό πρῶτο καλάθι λέει ὁ λεπρός στόν ἀσκητή: «Πεινῶ». Ἀγοράζει μέ τά χρήματα τοῦ ἑνός καλαθιοῦ ὁ γέροντας φαγητό καί ταΐζει τό λεπρό. Ὅταν πούλησε δεύτερο κα­λάθι λέει πάλι ὁ λεπρός στόν ἀσκητή: «Κρυώνω». Ἀγοράζει μέ τά χρήματα τοῦ δευτέρου καλαθιοῦ ροῦχα καί ντύνει τό λεπρό. Ὅταν πούλησε καί τά ἄλλα καλάθια λέγει πάλι ὁ λεπρός στόν ἀσκητή: «Τώρα θέλω νά μέ πάρεις στά λουτρά νά μέ καθαρίσεις καί νά μέ περιποιηθεῖς». Δίνει ὅλα τά χρήματά του ὁ ἀγαθός γέ­ρο­ντας καί περιποιεῖται μέ πολλή ἀγάπη τό λεπρό. Κι ἀφοῦ τόν ἐτοίμασε, τόν κα­θάρισε, τόν ἔπλυνε, τόν τάϊσε, τόν περιποιήθηκε κι ἦταν ἕτοιμος νά ἀνα­χω­ρή­σει γιά τό ἀσκητήριό του χωρίς χρήματα καί χωρίς τροφές, ἀφοῦ ὅλα τά εἶχε διαθέσει γιά τήν ἀγάπη τοῦ λεπροῦ, καθώς ἔσκυψε γιά νά τόν ἀποχαιρετήσει, εἶδε νά ἀλλοιώνεται ἡ ὄψη του σάν τοῦ ἀγγέλου κι ἄκουσε τή φωνή  του νά τοῦ λέει: «Εὐλογημένος νά εἶσαι ἄνθρωπε τῆς ἀγάπης». Κι ὁ λεπρός πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό ἄγγελος ἐξαφανίστηκε.
            Ἀγαπητοί μου χριστιανοί.
            Τή χριστιανική μας ἰδιότητα θά τή δείξουμε στή συμπεριφορά μας πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἄν ἔχουμε ἀγάπη. Ἄς ἀγαπᾶμε γνώσια, ὅπως μᾶς ἀγα­πᾶ ὁ Χριστός. Ἄς βρισκό­μα­στε πάντα κοντά στόν ἀνθρώπινο πόνο, παρόντες στή δυστυχία καί στήν ἀγάπη τοῦ πλησίον μας ἀδιάκριτα.
            Ὅπου ὑπάρχει θλίψη, δοκιμασία, φτώχεια, ἀπελπισία, ἐγκατάλειψη, πέν­θος, ἄς προσπαθήσουμε μέ τό ὑστέρημά μας, μέ τά λόγια τῆς ἀγάπης καί μέ τήν προσευχή μας νά φέρουμε ἐλπίδα καί χαρά.
            Ἡ ἀγάπη ὅπως τή δίδαξε καί τήν ἔζησε ὁ Χριστός καί ὅλοι οἱ θεωμένοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ δύναμη πού μᾶς ἑνώνει μέ τό Θεό καί μέ τούς συνανθρώπους μας.
            Σήμερα πού βασανιζόμαστε μέσα στήν ἐγωκεντρική καταιγίδα τῆς ἀγωνίας καί τοῦ φόβου, μοναδική ἐλπίδα μας εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος κατασκηνώνει μόνο μέσα στίς καρδιές πού ἀγα­ποῦν.

 ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ  ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄  ΛΟΥΚΑ
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου

            Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, στηριζόμενος στήν ψυχο­λο­γική βάση τῆς ταυτοπαθείας, μᾶς παραδίδει τόν χρυ­σοῦν κανόνα συμπεριφορᾶς: «Ὅπως θέλετε νά σᾶς συμπε­ρι­φέ­ρο­νται οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔτσι καί σεῖς σ΄ ἐκείνους». Δέν ἀρκεῖται στήν ἀρνη­τι­­κή διατύπωση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «ὅ σύ μισεῖς μηδενί ποιήσῃς», ἀλ­­λά παίρνει θετική θέση, γιατί αὐτή ἀκριβῶς πρέπει νά εἶναι ἡ στά­ση τοῦ χριστιανοῦ στή ζωή. Δέν φτάνει νά ἀποφεύγει ὁ Χριστιανός τό κακό, ἀλλά πρέπει νά πράττει τό ἀγαθό: «Ἔκ­κλινον ἀπό κακοῦ καί ποίησον ἀγαθόν». Τό διακριτικό γνώρι­σμα «τῶν υἱῶν τοῦ Ὑ­ψί­στου» εἶναι ἡ ἀγάπη πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀδια­­­κρί­τως. Καί ἀ­κό­­μα περισσότερο ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, πρός τούς ἀχα­ρί­στους καί πονηρούς. Μᾶς καλεῖ σήμερα ὁ Κύριος νά ὁμοιά­σου­με σ΄ Ἐ­­κεῖνον ὄχι ὡς πρός τή δύναμη, οὔτε ὡς πρός τή σοφία, ἀλλά πρός τήν ἀγαθότητα. «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθώς καί ὁ πατήρ ὑμῶν οἰ­κτίρ­μων ἐστίν».
            Εἶναι γεγονός ὅτι στούς πολλούς τό κήρυγμα περί ἀγάπης, πού φθά­νει μέχρι τή θυσία καί περιλαμβάνει ἀκόμα καί τούς ἐχθρούς, φαί­­νε­ται παράδοξο καί παράλογο. Ἀρέσκονται νά χρησιμοποιοῦν τό Εὐαγ­γέλιο ὅταν ἐξυπηρετεῖ τίς ἐπιδιώξεις τους. Τήν πραγματική ὅμως ἀλήθεια τήν κα­λύπτουν καί τήν παραποιοῦν.
            Σέ μιά ἐποχή πού κηρύσσονται ἀκατάπαυστα τά ἀνθρώπινα δι­καιώ­­­μα­τα, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν πάψει νά πιστεύουν στήν ἀξία τοῦ ἀν­θρω­­πί­νου προσώπου. Γι΄ αὐτούς ἀξία ἔχει τό ἄτομο, ὁ ἄνθρωπος δη­λαδή ἐκεῖ­νος πού ἔχει οἰκονομική ἀξία καί πού χρησιμοποιεῖται σάν ἀριθμός στήν κοινω­νι­κή μηχανή. Ὅπου ἔχει σταματήσει νά θεω­ρεῖται ὁ κάθε ἄνθρωπος σάν πρό­σωπο σεβαστό μέ ἀξία καί δι­καιώ­ματα, ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ὁ νόμος τῶν ἀγριαν­θρώπων.
            Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἄτομο μόνο μέ οἰκονομική καί κοι­νω­­νι­κή ἀξία. Εἶναι πρόσωπο μέ ἀξία πνευματική καί ἠθική: «Ἡλάτ­τω­σας αὐτόν βραχύ τι παρ΄ ἀγγέλους» λέγει ὁ Δαβίδ. Ἕνας μόνο ἄν­θρω­πος, μία μόνο ψυχή ὑπερβαίνει σέ ἀξία ὁλόκληρο τόν κόσμο. Ὁ Θεός δίνει ἀξία στόν ἄνθρωπο ὑπέρ τοῦ ὁποίου καθημερινά προνοεῖ καί ἐργάζεται. Γιά τόν ἄνθρωπο ὁ Χριστός ἐνηνθρώπισε καί ἐδίδαξε καί ἐθαυματούργησε καί ἔπαθε καί ἀνέστη γιά νά τόν ἀναστήσει ἀπό τήν καταδυναστεία τῆς φθο­ρᾶς καί τοῦ διαβόλου, γιά νά τόν ἐπα­ναφέρει στήν προπτωτική ἀφθαρ­σία καί γιά νά τόν ἐπανατοποθετήσει στό βάθρο τῆς υἱοθεσίας. Καί μετά ἔρ­χο­νται οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι νά θεωρήσουν τόν ἄνθρωπο ὄχι ὀλίγο κατώτερο τῶν ἀγγέλων, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός, ἀλλά ὀλίγο ἀνώτερο τῶν κτηνῶν.
            Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς προτρέπει στήν ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Σάν παράδειγμα προβάλλεται ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «χρηστός ἐστίν ἐπί τούς ἀχαρίστους καί πονηρούς» καί ὁ ὁποῖος μέ τή διδασκαλία καί τή ζωή του, πού ἔφθασε στό ἀκρότατο σημεῖο τῆς θυσίας του, μᾶς προτρέπει νά ἀγα­πᾶμε τούς ἐχθρούς μας, νά δανείζουμε χωρίς νά περιμένουμε ἀνταπό­δο­ση, νά εἴμαστε σπλαχνικοί στόν πλησίον καί συμπονετικοί στίς δυστυχίες του, νά μή κατακρίνουμε μέ ἀσυμπάθεια καί ἐγωισμό τίς πράξεις του, νά μή γινόμαστε δικαστές ἀπρόσκλητοι καί προπετεῖς, νά ἀγαπᾶμε χωρίς ὅρια ἐκείνους πού μᾶς ἀγαποῦν κι ἐκείνους πού μᾶς μισοῦν.
            Εἶναι εὔκολο πράγμα νά ὑπερβεῖ κανείς τήν ἐκκεντρικότητα τοῦ σημερινοῦ τρόπου ζωῆς καί νά περάσει στήν κοινωνία τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιο­σύνης; Δέν εἶναι εὔκολο, δέν εἶναι ὅμως καί ἀκα­τόρθωτο. Ὅπου ὑπάρ­χει θέληση καί πίστη στό Θεό, τά τείχη τῶν δυσκολιῶν καταλύονται καί εὔκολα ἔρχεται τό ποθούμενο ἀποτέλεσμα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξα­να­βρεῖ τό Θεό, θά ἀνακαλύψει καί τήν πραγματική ἀξία τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προσώ­που. Ὅσο εἶναι δεμένος μέ τόν κόσμο καί τά τοῦ κό­σμου, θά σκέ­πτε­ται ὡς σαρ­κικός ἄν­θρωπος. Ὅταν ὅμως ἀποκτήσει τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τότε θά «φρονεῖ τά τοῦ Θεοῦ», τότε θά ἀγαπᾶ, θά ἀνέχεται, θά μα­κρο­θυμεῖ, θά ὑπομένει, θά χαρίζεται ὅπως ὁ Χριστός.
            Γιά νά ἀποτινάξουμε τό σκληρό κέλυφος τοῦ ἐγωισμοῦ πού περι­βάλ­­λει τήν ὕπαρξή μας, χρειάζεται ἐσωτερική βία καί δύναμη. Γιά νά ἐξέλ­­­θου­­με ἀπό τήν ἀπομόνωση τοῦ ἐγώ στή χαρά τῆς ἐπικοινωνίας, πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσουμε τίς προ­σω­πι­­κές μας χαρές γιά χάρη τοῦ ἀδελφοῦ μας. Γιά νά πάψει ἡ κοι­νω­νική μας ζωή νά εἶναι ὑπο­κρι­τική, θά πρέπει νά διαποτισθεῖ ἀπό τό πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς ἀγά­πης πού θέλει ἡ συμπεριφορά μας ἀπέ­να­ντι στούς ἄλλους νά εἶναι ὅπως ἐπιθυμοῦμε νά εἶναι καί ἡ δική τους πρός ἐμᾶς.

            Ἀδελφοί μου,

            Ἄς κρατήσουμε τή συνταγή κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος. Ἡ ἀτομοκεντρική ἐποχή μας θά μᾶς δυσκολέψει πολύ. Ἐ­μεῖς ὅμως, τέκνα τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ἄς ἐπιδιώκουμε τήν ἀγάπη, γιά νά ἔχουμε τό Θεό στήν καρδιά μας καί στή ζωή μας. «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου