ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Ζ΄ ΛΟΥΚΑ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου
Τό
συγκλονιστικό θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τῆς θυγατρός τοῦ Ἰαείρου, ἀγαπητοί μου
χριστιανοί, φωτίζει καί ἑρμηνεύει ἕνα ἀπό τά πιό πολύπλοκα προβλήματα πού ἀπασχόλησαν
καί ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπο. Τό μυστήριο τοῦ θανάτου ἀνέκαθεν βασάνιζε τόν ἄνθρωπο.
Τί εἶναι ὁ θάνατος; Ποῦ πηγαίνουν οἱ ψυχές; Πῶς χωρίζεται τό πνεῦμα ἀπό τό σῶμα;
Αὐτά καί ἄλλα ἐρωτήματα ἀπασχολοῦυν καί τούς σημερινούς ἀνθρώπους, πού
μπροστά στό θάνατο αἰσθάνονται φόβο καί ἄγχος. Οἱ ὑλιστές διακηρύττουν, ὅτι ὁ
θάνατος εἶναι ἐκμηδένιση, καί ὅτι μετά ἀπ΄ αὐτόν ὅλα τελειώνουν. Ὅσοι ὅμως
πιστεύουν στό Θεό γνωρίζουν, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τό τέλος τοῦ βίου καί ἡ ἀρχή
τῆς ζωῆς.
Πρόωρος
καί αἰφνίδιος ἦταν ὁ θάνατος τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου. Γι΄ αὐτό κι
ἐβύθισε σέ βαρύ πένθος ὄχι μόνο τήν οἰκογένειά του, ἀλλά καί ὁλόκληρη τήν
Καπερναούμ. Γύρω ἀπό τό φέρετρο τῆς κόρης ἡ Μητέρα της κι οἱ συγγενεῖς της
μοιρολογοῦσαν τήν ἄτυχη κοπέλα πού στό ἄνθος τῆς ἡλικίας της βίαια κόπηκε ἀπό
τό δρεπάνι τοῦ θανάτου. Ἀντιμέτωποι ὅλοι μέ τόν θάνατο, σκεπασμένοι μέ τά
βαριά σύννεφα τῆς ἀπογνώσεως δέν εἶχαν νά ἀντιτάξουν καμμιά ἐλπίδα. «Ἐκλαιον
δέ πάντες καί ἐκόπτοντο αὐτήν». Μόνο ὁ πατέρας ἀναζητοῦσε τόν νικητή τοῦ
θανάτου, καί ὅταν τόν ἀνεκάλυψε «πεσών παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτόν
εἰσελθεῖν εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ». Καί ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ τόν ἐνεθάρρυνε ὕστερα ἦλθε
στό σπίτι καί μέ ἕνα του λόγο ξανάδωσε ζωή στό νεκρό σῶμα τῆς κόρης καί ὑγιᾶ
πλέον τήν παρέδωσε στούς γονεῖς της.
Ὅταν
μιλᾶμε γιά τόν θάνατο λέμε συνήθως, ὅτι εἶναι πρᾶγμα φυσικό. Ὅμως ὁ θάνατος
δέν ἀπορρέει ἀπό τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως τόν ἔπλασε ὁ Θεός. «Ὁ Θεός
θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ τέρπεται ἐπ΄ ἀπωλείᾳ ζώντων». Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο
γιά νά παραμείνει ἄφθαρτος καί ἀθάνατος. Ὁ θάνατος εἰσῆλθε στόν κόσμο ἀπό
τό φθόνο τοῦ διαβόλου μετά τήν πτώση τῶν
πρωτοπλάστων. Ἔτσι ἔγινε ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου ὁ θάνατος. Νικητής τοῦ θανάτου ἀναδείχθηκε
ὁ Χριστός μέ τόν δικό του θάνατο. Ντύθηκε τή φθαρτή ἀνθρώπινη σάρκα καί ξεγέλασε
τόν Ἅδη, γιατί καταβροχθίζοντας τό σῶμα Του κατακάηκε ἀπό τή θεότητά Του
καί ἠττήθηκε μιά γιά πάντα. Τό παντοδύναμο Βασίλειο τοῦ Ἅδου καταλύθηκε
μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ὁ ἐχθρός θάνατος καταπατήθηκε ἀπό τόν θεάνθρωπο.
Αὐτό
τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ φορεῖ κάθε βαπτισμένος χριστιανός. «Ὅσοι εἰς
Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» ψάλλει θριαμβευτικά ἡ Ἐκκλησία
κατά τήν ὥρα τῆς Βαπτίσεως. Ἐπομένως κάθε χριστιανός πού εἶναι ἐνσωματωμένος
συνειδητά στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δέν πρέπει νά φοβᾶται τόν θάνατο, γιατί εἶναι
ντυμένος μέ τό ἀθάνατο σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ θάνατος γι αὐτόν εἶναι ὕπνος καί
μετάβαση ἀπό τόν μάταιο τοῦτο κόσμο στήν πραγματική ζωή. Μέσα στήν Ἐκκλησία
«θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν
καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον...».
Ἡ
θλίψη καί ὁ πόνος τοῦ θανάτου μᾶς κάνει πολλές φορές νά μή σκεπτόμαστε, ὅπως
πιστεύει ἡ Ἐκκλησία. Μπροστά στό νεκρό σῶμα τοῦ συγγενοῦς μας δέν ἔχουμε τή
δύναμη νά θεολογήσουμε. Ἐκείνη τή στιγμή ζοῦμε τόν χωρισμό. Ἐλάχιστοι, οἱ πιό
πνευματικοί καί πιστοί, μποροῦν νά ὑπομείνουν τόν πόνο καί νά ἀντιμετωπίσουν
καρτερικά τό ἀβάστακτο γεγονός. Καί ὅμως
πρέπει ἐκεῖνες τίς δύσκολες ὧρες νά ἐπιστρατεύσουμε ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς
μας γιά νά κρατηθοῦμε καί νά μή παρασυρθοῦμε στήν ἄβυσσο τῆς ἀπογνώσεως καί τοῦ
γογγυσμοῦ. Διότι δυστυχῶς συμβαίνει σέ πολλούς νά χάνουν τήν πίστη τους καί
νά βλαστημοῦν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀντί νά προσεύχονται γιά τήν ἀνάπαυση τῆς
ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου.
Χωρισμός
τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα εἶναι ὁ θάνατος. Τό σῶμα κατάατίθεται στόν τάφο καί ἡ
ψυχή ἀνεβαίνει στούς οὐρανούς. Τά ὑλικά στοιχεῖα ξαναγυρίζουν στή φύση καί τό
πνεῦμα ἐπιστρέφει στό Θεό. Οἱ ψυχές ἐκείνων πού ἔζησαν μέ πίστη καί μετάνοια
προγεύονται τή χαρά τοῦ Παραδείσου, ἐνῶ ἐκείνων πού πέρασαν τή ζωή αὐτή μέσα
στήν ἁμαρτία καί δέν μετενόησαν, προγεύονται τή θλίψη τῆς κολάσεως. Αὐτές οἱ
ψυχές τῶν ἁμαρτωλῶν περιμένουν μέ λαχτάρα τίς προσευχές μας, τίς ἐλεημοσύνες,
τίς Λειτουργίες γιά νά ἀνακουφισθοῦν, μιᾶς κι ἀκόμα δέν ἔχουν κλείσει οἱ πῦλες
τοῦ Ἅδου.
Περιμένουν
ὅλες οἱ ψυχές τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς κρίσεως κατά τήν ὁποία θά ἑνωθοῦν μέ τά
σώματα πού εἶχαν στόν κόσμο καί θά παρασταθοῦν ἐνώπιον τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ
γιά νά λογοδοτήσουν. Μετά τόν θάνατο συνεχίζεται ἡ προσωπική ζωή. «Ὁ
πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται· καί πᾶς ὀ ζῶν καί
πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθάνῃ εἰς τόν αἰῶνα», εἶπε ὁ Κύριος. Μᾶς παρακολουθοῦν.
Χαίρουν στίς χαρές μας καί λυποῦνται στίς θλίψεις μας. Καί ἑνώνονται μαζί μας ἐν
Χριστῷ μέσα στό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀγαπητοί
μου χριστιανοί. Ὅπως ὁ Ἰάειρος ἄς ἀντιμετωπίζουμε κι ἐμεῖς τήν θλίψη καί τόν
θάνατο. Ἀνεζήτησε τόν Ἰησοῦ. Πίστευε σ΄ Αὐτόν καί ἀμείφθηκε μέ τό θαῦμα. Στίς
τραγικές ὧρες τοῦ θανάτου καί τοῦ πένθους μόνο ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ
νά μετριάζει τόν πόνο. Τά μοιρολόγια καί ἡ ἀπομόνωση δημιουργοῦν μελαγχολία.
Μόνο ἡ πίστη στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί ἡ βεβαιότητα, ὅτι «οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά
καθεύδει» ἔχουν τή δύναμη νά μᾶς περάσουν μέσα ἀπό τό καμίνι τῆς θλίψεως χωρίς
ψυχικά τραύματα. Ἄς μήν ἀφήσουμε τόν πόνο τοῦ θανάτου νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη
τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς, ἀντίθετα μέ ἐκείνους πού δέν ἔχουν ἐλπίδα, πιστεύουμε ὅτι
«ἐάν τε οὖν ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν τοῦ Κυρίου ἐσμέν».
ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄
ΛΟΥΚΑ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Γονατιστός
μπροστά στό Χριστό, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, «ὁ ἄρχων τῆς συναγωγῆς», μέ δάκρυα
τόν παρακαλοῦσε νά πάει μαζί του στό σπίτι του, γιά νά θεραπεύσει τήν μονάκριβη
θυγατέρα του πού ἦταν βαριά ἄρρωστη. Σ΄ ἐκεῖνον στήριζε ὅλες τίς ἐλπίδες γιά τό
παιδί του. Ὁ Χριστός τόν συμπόνεσε καί ξεκίνησε μαζί του. Κι ἐνῶ πήγαιναν
πρός τό σπίτι, ἕνας ἀγγελιαφόρος ἔφερε τήν τραγική εἴδηση: «τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ
σου, μή σκύλλε τόν διδάσκαλον». Κεραυνός καί δίστομο μαχαίρι ἦταν τά λόγια τοῦ
δούλου στήν καρδιά τοῦ πονεμένου πατέρα. Στήν ὥρα ὅμως τῆς λιποψυχίας του αἰσθάνεται
τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ: «μή φοβοῦ, μόνον πίστευε καί σωθήσεται». Ὅσο
μπορεῖ, συγκρατεῖται στά πόδια του, ὥσπου φθάνουν στό σπίτι. Θρῆνοι καί
κοπετοί ἀντιλαλοῦν. Ἀπαρηγόρητοι ἡ μητέρα, οἱ συγγενεῖς καί οἱ φίλοι. Ὅλοι
γύρω ἀπό τό νεκρό σῶμα τῆς κόρης κλαῖνε καί μοιρολογοῦν. Κι ὁ Χριστός
πλησιάζει. Πρῶτα παρηγορεῖ τούς θλιμμένους: «Μή κλαίετε, οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλά καθεύδει».
Ὕστερα πιάνει τό χέρι τῆς κόρης καί ἐξουσιαστικά φωνάζει: «Ἡ παῖς, ἐγείρου».
Ἀμέσως τό ἄψυχο κορμί πῆρε τό χρῶμα τῆς ζωῆς, κι ἡ ψυχή της ξαναγύρισε στό
σῶμα.
Κοινή
μοίρα τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὁ θάνατος. Ὁ θάνατος γεννιέται μαζί μέ τή ζωή. Εἶναι
ὁ πιό ἀνεπιθύμητος καί ὁ πιό ἀχώριστος σύντροφος τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ
Ἀπόστολος Παῦλος στίς ἐπιστολές του ἑρμηνεύει τήν προέλευση τοῦ θανάτου: Μέ
τό παράπτωμα τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθε στόν κόσμο ἡ ἁμαρτία καί μέ τήν ἁμαρτία ὁ
θάνατος. Ἀπό τότε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πεθαίνουν, τό σῶμα μας γίνεται «σῶμα
θανάτου». Μέ τό θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ νικιέται ὁ θάνατος καί ἐπανέρχεται
ἡ ἀνθρώπινη φύση στήν προπτωτική της κατάσταση.
Μέ
τόν Χριστό ὁ θάνατος πῆρε μιά καινούργια μορφή. Ἔγινε «τέλος μέν τῶν ἄθλων, ἀρχή
δέ τῶν ἐπάθλων». Μετά τά πάθη καί τήν ἀνάσταση ἀντεστράφησαν οἱ ὅροι. «Πρό τοῦ
τιμίου σταυροῦ Σου φοβερός ὁ θάνατος τοῖς ἀνθρώποις, μετά τό ἔνδοξον πάθος,
φοβερός ὁ ἄνθρωπος τῷ θανάτῳ». Ὁ θάνατος γίνεται σπόρος τῆς ἀθανασίας πού
σπείρεται στή γῆ καί περιμένει τόν Κύριο νά περιμαζέψει τούς καρπούς του. Οἱ
τάφοι γίνονται σιωπηρά ἐργαστήρια τῆς ἀναστάσεως. Μέ τόν θάνατο περνᾶμε στόν
κόσμο τῆς αἰωνιότητος, στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐκεῖ ὅπου βασιλεύει ἀπέραντη
καί πανευφρόσυνη ζωή.
Χωρίς
τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος γίνεται φρίκη. Μέ τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἀντιμετωπίζεται
μέ καρτερία καί ὑπομονή. Εἶναι ἄξιο παρατηρήσεως πῶς προσπαθοῦν μερικοί ἄνθρωποι
χωρίς τόν Θεό νά ἀντιμετωπίσουν τή φρίκη τοῦ θανάτου. Ὡραιοποιοῦν τούς νεκρούς,
προσπαθοῦν νά διασκεδάσουν τήν παρουσία του, ζητοῦν νά ἀπαλείψουν κάθε τι πού
τόν θυμίζει. Ἐδῶ ἐντάσσεται ἡ συνήθεια πού ἐπικρατεῖ σέ πολλούς λαούς νά ἐνταφιάζουν
τούς νεκρούς μακρυά ἀπό τό καθημερινό περιβάλλον. Στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅμως
ὁ θάνατος εἶναι προοίμιο τῆς ζωῆς. Οἱ τάφοι εἶναι δίπλα στό ναό. Οἱ νεκροί εἶναι
μέλη τῆς Ἐκκλησίας πού μέ τίς προσευχές τῶν ζώντων καί τά μνημόσυνα δροσίζονται
καί ἀνακουφίζονται καί μέ ὑπομονή περιμένουν τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς «ἐπιφανείας
τοῦ Χριστοῦ». Δέν φοβόμαστε τόν θάνατο, γιατί πιστεύουμε, ὅτι μᾶς περνᾶ στόν
κόσμο τῶν πνευμάτων. Αὐτός ὁ κόσμος, ὅσο κι ἄν ἀγωνίζονται μερικοί ὑλιστές
νά μᾶς πείσουν ὅτι δέν ὑπάρχει, εἶναι ἡ μόνιμη πατρίδα μας μέσα στήν ὁποία
δεσπόζει «ὁ Θεός τῶν πνευμάτων καί πάσης σαρκός».
Ἀδελφοί
μου,
Δέν
ταιριάζουν στό χριστιανό οἱ θρῆνοι καί οἱ ὀδυρμοί. Τά δάκρυα τοῦ χωρισμοῦ δέν
πρέπει νά ἔχουν τήν πίκρα τῆς ἀπιστίας, ἀλλά τή γλυκύτητα τῆς ὑπομονῆς καί
καρτερίας. Ὁ θάνατος μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὕπνος καί ἀνάπαυση.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου