9 Νοε 2014

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου

ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου

            Τό συγκλονιστικό θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τῆς θυγατρός τοῦ Ἰα­εί­ρου, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, φωτίζει καί ἑρμηνεύει ἕνα ἀπό τά πιό πολύπλοκα προβλήματα πού ἀπασχόλησαν καί ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπο. Τό μυστήριο τοῦ θανάτου ἀνέκαθεν βασάνιζε τόν ἄνθρωπο. Τί εἶναι ὁ θάνατος; Ποῦ πηγαίνουν οἱ ψυχές; Πῶς χωρίζεται τό πνεῦ­μα ἀπό τό σῶμα; Αὐτά καί ἄλλα ἐρω­τήματα ἀπασ­χολοῦυν καί τούς ση­με­ρινούς ἀνθρώπους, πού μπροστά στό θά­νατο αἰσθάνονται φόβο καί ἄγχος. Οἱ ὑλιστές διακη­ρύτ­τουν, ὅτι ὁ θά­να­τος εἶναι ἐκμηδένιση, καί ὅτι μετά ἀπ΄ αὐτόν ὅλα τελειώνουν. Ὅσοι ὅμως πιστεύουν στό Θε­ό γνωρίζουν, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τό τέλος τοῦ βίου καί ἡ ἀρχή τῆς ζωῆς.

            Πρόωρος καί αἰφνίδιος ἦταν ὁ θάνατος τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυνα­γώ­γου Ἰαείρου. Γι΄ αὐτό κι ἐβύθισε σέ βαρύ πένθος ὄχι μόνο τήν οἰκογένειά του, ἀλλά καί ὁλόκληρη τήν Καπερναούμ. Γύρω ἀπό τό φέρετρο τῆς κόρης ἡ Μητέρα της κι οἱ συγγενεῖς της μοιρολογοῦσαν τήν ἄτυχη κοπέλα πού στό ἄνθος τῆς ἡλικίας της βίαια κόπηκε ἀπό τό δρεπάνι τοῦ θανάτου. Ἀντι­μέτωποι ὅλοι μέ τόν θάνατο, σκεπασμένοι μέ τά βαριά σύν­νε­φα τῆς ἀπο­­γνώσεως δέν εἶχαν νά ἀντιτάξουν καμμιά ἐλπίδα. «Ἐκλαιον δέ πά­ντες καί ἐκόπτοντο αὐτήν». Μόνο ὁ πατέρας ἀναζητοῦσε τόν νικητή τοῦ θανάτου, καί ὅταν τόν ἀνεκάλυψε «πεσών παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐ­τόν εἰσελθεῖν εἰς τόν οἶ­κον αὐτοῦ». Καί ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ τόν ἐνεθάρρυνε ὕστε­­ρα ἦλθε στό σπίτι καί μέ ἕνα του λό­γο ξανάδωσε ζωή στό νεκρό σῶμα τῆς κόρης καί ὑγιᾶ πλέον τήν παρέδωσε στούς γο­νεῖς της.
            Ὅταν μιλᾶμε γιά τόν θάνατο λέμε συνήθως, ὅτι εἶναι πρᾶγμα φυ­σικό. Ὅμως ὁ θάνατος δέν ἀπορρέει ἀπό τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὅ­πως τόν ἔπλασε ὁ Θεός. «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ τέρπεται ἐπ΄ ἀπω­λείᾳ ζώντων». Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο γιά νά παραμείνει ἄ­φθαρ­τος καί ἀθάνατος. Ὁ θάνατος εἰσῆλθε στόν κόσμο ἀπό τό  φθόνο τοῦ δια­βό­λου μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ἔτσι ἔγινε ἐχθρός τοῦ ἀνθρώ­που ὁ θάνατος. Νικητής τοῦ θανάτου ἀναδείχθηκε ὁ Χρι­στός μέ τόν δικό του θάνατο. Ντύθηκε τή φθαρτή ἀνθρώπινη σάρ­κα καί ξεγέλασε τόν Ἅδη, για­τί καταβρο­χθί­ζο­ντας τό σῶμα Του κατα­κάη­κε ἀπό τή θεότητά Του καί ἠτ­τή­­­θηκε μιά γιά πάντα. Τό παντο­δύ­να­μο Βα­σίλειο τοῦ Ἅδου καταλύθηκε μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ὁ ἐχθρός θάνατος καταπατήθηκε ἀπό τόν θεάν­θρωπο.
            Αὐτό τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ φορεῖ κάθε βαπτισμένος χρι­­στια­νός. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» ψάλ­λει θριαμ­­βευτικά ἡ Ἐκκλη­σία κατά τήν ὥρα τῆς Βαπτίσεως. Ἐπο­μέ­νως κάθε χρι­στιανός πού εἶναι ἐνσωματω­μέ­νος συνειδητά στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δέν πρέπει νά φοβᾶται τόν θάνατο, γιατί εἶναι ντυ­μέ­νος μέ τό ἀθάνατο σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ θάνατος γι αὐτόν εἶναι ὕπνος καί μετάβαση ἀπό τόν μά­ταιο τοῦτο κόσμο στήν πραγματική ζωή. Μέ­σα στήν Ἐκκλησία «θανάτου ἑορ­τάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαί­ρε­σιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀ­παρ­χήν καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον...».
     Ἡ θλίψη καί ὁ πόνος τοῦ θανάτου μᾶς κάνει πολλές φορές νά μή σκε­­­πτό­μαστε, ὅπως πιστεύει ἡ Ἐκκλησία. Μπροστά στό νεκρό σῶμα τοῦ συγ­­γε­­νοῦς μας δέν ἔχουμε τή δύναμη νά θεολογήσουμε. Ἐκείνη τή στιγμή ζοῦμε τόν χωρισμό. Ἐλάχιστοι, οἱ πιό πνευματικοί καί πιστοί, μποροῦν νά ὑ­πο­­­μείνουν τόν πόνο καί νά ἀντιμετωπίσουν καρτερικά τό ἀβά­στακτο γεγο­νός.  Καί ὅμως πρέπει ἐκεῖνες τίς δύσκολες ὧρες νά ἐπι­στρα­τεύσουμε ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μας γιά νά κρατηθοῦμε καί νά μή παρασυρθοῦμε στήν ἄβυσσο τῆς ἀπογνώσεως καί τοῦ γογγυσμοῦ. Διό­τι δυστυχῶς συμ­βαί­νει σέ πολλούς νά χάνουν τήν πίστη τους καί νά βλαστημοῦν τό ὄνομα τοῦ Θε­οῦ, ἀντί νά προσεύχονται γιά τήν ἀνά­παυ­ση τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοι­μη­μέ­νου.
            Χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα εἶναι ὁ θάνατος. Τό σῶμα κατάα­τί­θεται στόν τάφο καί ἡ ψυχή ἀνεβαίνει στούς οὐρανούς. Τά ὑλικά στοι­χεῖα ξαναγυρίζουν στή φύση καί τό πνεῦμα ἐπιστρέφει στό Θεό. Οἱ ψυχές ἐκεί­νων πού ἔζησαν μέ πίστη καί μετάνοια προγεύονται τή χαρά τοῦ Παρα­δεί­σου, ἐνῶ ἐκείνων πού πέρασαν τή ζωή αὐτή μέσα στήν ἁμαρτία καί δέν μετε­νόησαν, προγεύονται τή θλίψη τῆς κολά­σεως. Αὐτές οἱ ψυχές τῶν ἁμαρ­τωλῶν περιμένουν μέ λαχτάρα τίς προ­σευ­χές μας, τίς ἐλεη­μο­σύ­νες, τίς Λει­τουρ­γίες γιά νά ἀνακουφισθοῦν, μιᾶς κι ἀκόμα δέν ἔχουν κλείσει οἱ πῦλες τοῦ Ἅδου.
            Περιμένουν ὅλες οἱ ψυχές τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς κρίσεως κατά τήν ὁ­­ποία θά ἑνωθοῦν μέ τά σώματα πού εἶχαν στόν κόσμο καί θά παρα­στα­θοῦν ἐνώπιον τοῦ δικαιο­­κρίτου Θεοῦ γιά νά λογοδοτήσουν. Μετά τόν θά­να­­το συνεχίζεται ἡ προσωπική ζωή. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ ζή­σε­­ται· καί πᾶς ὀ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθά­νῃ εἰς τόν αἰῶνα», εἶπε ὁ Κύριος. Μᾶς παρακολουθοῦν. Χαίρουν στίς χα­ρές μας καί λυποῦνται στίς θλίψεις μας. Καί ἑνώνονται μαζί μας ἐν Χρι­στῷ μέσα στό Μυστή­ριο τῆς Ἐκκλησίας.

            Ἀγαπητοί μου χριστιανοί. Ὅπως ὁ Ἰάειρος ἄς ἀντιμετωπίζουμε κι ἐ­­μεῖς τήν θλίψη καί τόν θάνατο. Ἀνεζήτησε τόν Ἰησοῦ. Πίστευε σ΄ Αὐτόν καί ἀμείφθηκε μέ τό θαῦμα. Στίς τραγικές ὧρες τοῦ θανάτου καί τοῦ πέν­θους μόνο ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά μετριάζει τόν πόνο. Τά μοι­ρο­λόγια καί ἡ ἀπομόνωση δημιουργοῦν μελαγχο­λία. Μόνο ἡ πίστη στήν ἀθα­νασία τῆς ψυχῆς καί ἡ βεβαιότητα, ὅτι «οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά καθεύδει» ἔχουν τή δύναμη νά μᾶς περάσουν μέσα ἀπό τό καμίνι τῆς θλίψεως χωρίς ψυχικά τραύματα. Ἄς μήν ἀφήσουμε τόν πόνο τοῦ θανάτου νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς, ἀντίθετα μέ ἐκείνους πού δέν ἔχουν ἐλ­πί­δα, πιστεύουμε ὅτι «ἐάν τε οὖν ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν τοῦ Κυ­ρίου ἐσμέν».

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ  Ζ΄  ΛΟΥΚΑ
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

            Γονατιστός μπροστά στό Χριστό, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, «ὁ ἄρχων τῆς συναγωγῆς», μέ δάκρυα τόν παρακαλοῦσε νά πάει μαζί του στό σπίτι του, γιά νά θεραπεύσει τήν μονάκριβη θυγατέρα του πού ἦταν βαριά ἄρρωστη. Σ΄ ἐκεῖνον στήριζε ὅλες τίς ἐλπίδες γιά τό παιδί του. Ὁ Χριστός τόν συμπόνεσε καί ξεκίνησε μαζί του. Κι ἐνῶ πή­γαι­ναν πρός τό σπίτι, ἕνας ἀγγελιαφόρος ἔφερε τήν τραγική εἴδη­ση: «τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου, μή σκύλλε τόν διδάσκαλον». Κεραυ­νός καί δίστομο μαχαίρι ἦταν τά λόγια τοῦ δούλου στήν καρδιά τοῦ πο­νε­μέ­νου πατέρα. Στήν ὥρα ὅμως τῆς λιποψυχίας του αἰσθάνεται τήν πα­ρου­σία τοῦ Χριστοῦ: «μή φοβοῦ, μόνον πίστευε καί σωθή­σε­ται». Ὅσο μπορεῖ, συγκρατεῖται στά πόδια του, ὥσπου φθάνουν στό σπί­τι. Θρῆνοι καί κοπετοί ἀντιλαλοῦν. Ἀπαρηγόρητοι ἡ μητέρα, οἱ συγ­γε­νεῖς καί οἱ φίλοι. Ὅλοι γύρω ἀπό τό νεκρό σῶμα τῆς κόρης κλαῖνε καί μοιρολογοῦν. Κι ὁ Χριστός πλησιάζει. Πρῶτα παρηγορεῖ τούς θλιμμένους: «Μή κλαίετε, οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλά καθεύδει». Ὕ­στε­ρα πιά­νει τό χέρι τῆς κόρης καί ἐξουσιαστικά φωνάζει: «Ἡ παῖς, ἐγεί­ρου». Ἀμέσως τό ἄψυχο κορμί πῆρε τό χρῶμα τῆς ζωῆς, κι ἡ ψυ­χή της ξανα­γύ­ρι­σε στό σῶμα.
            Κοινή μοίρα τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὁ θάνατος. Ὁ θάνατος γεν­νιέ­ται μα­ζί μέ τή ζωή. Εἶναι ὁ πιό ἀνεπιθύμητος καί ὁ πιό ἀχώριστος σύντροφος τοῦ ἀνθρώπου.
            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στίς ἐπιστολές του ἑρμηνεύει τήν προέ­λευ­ση τοῦ θανάτου: Μέ τό παράπτωμα τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθε στόν κόσμο ἡ ἁμαρ­τία καί μέ τήν ἁμαρτία ὁ θάνατος. Ἀπό τότε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πεθαί­νουν, τό σῶμα μας γίνεται «σῶμα θανάτου». Μέ τό θάνατο καί τήν ἀνά­στα­ση τοῦ Χριστοῦ νικιέται ὁ θάνατος καί ἐπα­νέρ­­χε­ται ἡ ἀνθρώπινη φύση στήν προπτωτική της κατάσταση.
            Μέ τόν Χριστό ὁ θάνατος πῆρε μιά καινούργια μορφή. Ἔγινε «τέλος μέν τῶν ἄθλων, ἀρχή δέ τῶν ἐπάθλων». Μετά τά πάθη καί τήν ἀνάσταση ἀντε­στράφησαν οἱ ὅροι. «Πρό τοῦ τιμίου σταυροῦ Σου φο­βε­ρός ὁ θάνατος τοῖς ἀν­θρώ­ποις, μετά τό ἔνδοξον πάθος, φοβερός ὁ ἄνθρωπος τῷ θανά­τῳ». Ὁ θάνατος γί­νεται σπόρος τῆς ἀθανασίας πού σπείρεται στή γῆ καί πε­ρι­μένει τόν Κύριο νά πε­ριμαζέψει τούς καρ­πούς του. Οἱ τάφοι γίνονται σιω­πηρά ἐργαστήρια τῆς ἀνα­στά­σεως. Μέ τόν θάνατο περνᾶμε στόν κό­σμο τῆς αἰωνιότητος, στήν ἄνω Ἱε­ρου­σαλήμ, ἐκεῖ ὅπου βασι­λεύει ἀπέ­ρα­ντη καί πανευφρόσυνη ζωή.
            Χωρίς τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος γίνεται φρίκη. Μέ τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἀντιμετωπίζεται μέ καρτερία καί ὑπομονή. Εἶναι ἄξιο παρατηρήσεως πῶς προσπαθοῦν μερικοί ἄνθρωποι χωρίς τόν Θεό νά ἀντι­μετωπίσουν τή φρίκη τοῦ θανάτου. Ὡραιοποιοῦν τούς νε­κρούς, προσπαθοῦν νά διασκεδάσουν τήν παρουσία του, ζητοῦν νά ἀπαλείψουν κάθε τι πού τόν θυμίζει. Ἐδῶ ἐντάσσεται ἡ συνήθεια πού ἐπικρατεῖ σέ πολ­λούς λαούς νά ἐνταφιάζουν τούς νεκρούς μα­κρυά ἀπό τό καθημερινό περιβάλλον. Στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅ­μως ὁ θάνα­τος εἶναι προοίμιο τῆς ζωῆς. Οἱ τάφοι εἶναι δίπλα στό ναό. Οἱ νεκροί εἶναι μέλη τῆς Ἐκ­κλη­σίας πού μέ τίς προσευχές τῶν ζώ­ντων καί τά μνημόσυνα δρο­σί­ζο­νται καί ἀνακουφίζονται καί μέ ὑπο­μονή περιμένουν τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς «ἐπι­φα­νείας τοῦ Χρι­στοῦ». Δέν φοβόμαστε τόν θάνατο, γιατί πιστεύουμε, ὅτι μᾶς περνᾶ στόν κόσμο τῶν πνευμάτων. Αὐτός ὁ κόσμος, ὅσο κι ἄν ἀγω­νί­ζο­νται μερι­κοί ὑλι­στές νά μᾶς πείσουν ὅτι δέν ὑπάρχει, εἶναι ἡ μόνιμη πα­τρί­δα μας μέσα στήν ὁποία δεσπόζει «ὁ Θεός τῶν πνευμάτων καί πά­σης σαρκός».

            Ἀδελφοί μου,

            Δέν ταιριάζουν στό χριστιανό οἱ θρῆνοι καί οἱ ὀδυρμοί. Τά δάκρυα τοῦ χω­ρι­σμοῦ δέν πρέπει νά ἔχουν τήν πίκρα τῆς ἀπιστίας, ἀλλά τή γλυκύτητα τῆς ὑπο­μονῆς καί καρτερίας. Ὁ θάνατος μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὕπνος καί ἀνάπαυση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου