ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΟΥ ΘΩΜΑ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου
Εἶναι
φυσικό καί ἀνθρώπινο, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, νά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού
δέχονται τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μέ δυσπιστία καί ἐπιφύλαξη. Ἀκόμα
καί μέσα στόν κύκλο τῶν δώδεκα ἀφοσιωμένων Ἀποστόλων ὑπῆρξε ὁ Θωμᾶς, πού
γιά νά πεισθεῖ ζήτησε νά ψαύσει μέ τά ἴδια του τά χέρια τίς πληγές τοῦ πάθους
πάνω στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ἡ πίστη ἀτονεῖ, ὅταν ἡ πνευματική ὑπόσταση τοῦ
ἀνθρώπου βρίσκεται σέ ἀδυναμία, τότε τό σῶμα ζητεῖ λογικές ἀποδείξεις μέσα
στά πλαίσια τῶν δυνατοτήτων τοῦ κόσμου τούτου καί τῆς λογικῆς. Ὁ Θωμᾶς ἤθελε νά
ἀκουμπήσει τά χέρια του πάνω στίς πληγές τοῦ Χριστοῦ. Πολλοί ἄνθρωποι θέλουν
καί σήμερα ἐλέγξουν καί νά κατανοήσουν μέ τίς αἰσθήσεις τους τήν πίστη. Ὅ,τι
δέν ἐννοοῦν, τό ἀπορρίπτουν. Ὅ,τι κατανοοῦν, τό δέχονται. Μά ἡ πίστη εἶναι
πέρα καί πάνω ἀπό τή λογική. Εἶναι «πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Ὅποιος
θελήσει νά τήν μετρήσει μέ τή λογική, ὅποιος προσπαθήσει νά τήν περάσει μέσα
ἀπό τά συναισθήματά του, παθαίνει ὅ,τι ἔπαθε ὁ Θωμᾶς, πού σαστισμένος ἀπό
τήν ἐσωτερική πάλη τῆς ψυχῆς του ἔλεγε: «ἐάν μή ἴδω, οὐ μή πιστεύσω». Ὁ Θωμᾶς
δέν ἦταν ἄπιστος, ἀλλά οὔτε καί πιστός. Γιά νά πιστέψει καθολικά ἤθελε τήν ἐπιβεβαίωση
τῶν αἰσθήσεών του. Ἔτσι καί οἱ περισσότεροι ἀπ΄ αὐτούς πού λένε ὅτι δέν
πιστεύουν, δέν εἶναι στήν οὐσία ἄπιστοι. Εἶναι πνευματικά ἀτροφικοί καί δέν
βρίσκουν τή δύναμη νά παλαίψουν μέ τίς δυνάμεις τοῦ κόσμου, πού ἀντιστρατεύονται
τήν πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Κάτι ὑπάρχει πού τούς φράζει τό δρόμο.
Στίς
κατ΄ ἰδίαν συζητήσεις μέ τούς ἀνθρώπους τῆς κατηγορίας αὐτῆς γιά θέματα
πίστεως διαπιστώνουμε, ὅτι ἡ ἀπιστία εἶναι ἐσωτερικό τους πρόβλημα. Θέλουν νά πιστέψουν μά δέν μποροῦν, γιατί
δέν διαθέτουν τή γέφυρα τῆς ταπεινοφροσύνης, πού ὁδηγεῖ στό Θεό. Ὅταν ἀρχίσει
συζήτηση γιά τήν πίστη, στρέφουν τό θέμα στίς ἀδυναμίες τῶν χριστιανῶν κληρικῶν
καί λαϊκῶν. Ἔτσι δικαιολογοῦν τήν ἀπιστία τους πού ὀφείλεται ὅμως σέ ἄλλα αἴτια.
Αὐτά εἶναι:
α.
Ἡ ἀνεπαρκής γνώση τῶν θρησκευτικῶν ἀληθειῶν.
Δέν γνωρίζουν βασικά πράγματα γιά τό Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Δέν διαβάζουν
ποτέ τήν Ἁγία Γραφή ἤ ἄλλα θρησκευτικά βιβλία. Καί ὅμως θέλουν νά ἔχουν λόγο
στά θέματα τῆς πίστεως.
β.
Ἡ ἡμιμάθεια. Ἡ λίγη ἐπιστήμη ἀπομακρύνει
ἀπό τό Θεό. Ἡ πολλή πλησιάζει τόν ἄνθρωπο στό Θεό. Ἡ ἐπιστήμη ὅμως βοηθεῖ τήν
πίστη, δέν τήν ἀπορρίπτει.
γ.
Οἱ βιοτικές μέριμνες. Τό τρέξιμο γιά
τόν ἐπιούσιο, τό καθημερινό ἄγχος τῆς βιοπάλης, τά προβλήματα τῆς δουλειᾶς
καί τῆς οἰκογενείας, ὁ μοντέρνος τρόπος ζωῆς μέ τίς ἀπαιτήσεις του καί τόσες ἄλλες
μέριμνες δέν ἀφήνουν περιθώρια στόν ἄνθρωπο νά ἀσχοληθεῖ μέ τήν πίστη. Ὁ Χριστιανισμός
δέν ἀγνοεῖ τίς ὑλικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά τίς ἱεραρχεῖ καί συμβουλεύει:
«Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα
πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».
δ. Ἡ φιλαργυρία. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος δέν
ἀρκεῖται στά λίγα ἤ στά μέτρια, ζητεῖ τά πολλά. Ἡ ἀγάπη στά ὑλικά ἀγαθά πλανᾶ
τόν ἄνθρωπο, τοῦ ἀφαιρεῖ τή συνείδηση, τόν κάνει ἀγριάνθρωπο. Ὁ φιλόϋλος
δέν ἐνδιαφέρεται γιά τό Θεό, ἀλλά γιά τόν ἑαυτό του.
ε.
Ὁ μιμητισμός ἀθρήσκων ἰδεῶν. Ἐκεῖνον
πού δέν ὑυπολογίζει τό Θεό, πού διαδίδει ἀθεϊστικές ἰδέες καί ζεῖ ζωή χωρίς
Θεό, οἱ περισσότεροι τόν θεωροῦν «μεγάλο» καί τόν μιμοῦνται. Σήμερα
περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή εἶναι τῆς μόδας ἡ ἀθεϊα. Γιά τούς μοντέρνους ἀνθρώπους
ὁ Θεός εἶναι ξεπερασμένη ἰδέα. Καί πολλοί ἄνθρωποι μιμοῦνται κι ἀβασάνιστα ἀκολουθοῦν
τό ρεῦμα τῆς ἀθεϊας πού ἔφερε ἡ εὐμάρεια καί ἡ πλησμονή τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν.
στ.
Ἡ ἀκόλαστη ζωή. Ἡ σαρκική ζωή
σκοτίζει τό νοῦ καί δέν ἀφήνει τό θεῖο φῶς νά φωτίσει τήν ψυχή. Γι αὐτό οἱ
περισσότεροι ἄνθρωποι πού δυολεύουν στά πάθη της, δέν πιστεύουν. Ἡ ἁμαρτία
καί ἡ πίστη εἶναι δύο πράγματα ἀσυμβίβαστα. Ὅπου δέν ὑπάρχει μετάνοια δέν ὑπάρχει
πίστη κι ἄν καμιά φορά ὑπάρχει εἶναι ἐπιφανειακή καί Φαρισαϊκή.
ζ.
Τά σκάνδαλα τῶν κληρικῶν. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι οἰ πτώσεις τῶν ἀνθρώπων
τῆς Ἐκκλησίας κλονίζουν τήν πίστη τῶν ἀδυνάτων. Δέν πρέπει ὅμως νά συνδέουμε
τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἰδέα τῆς πίστεως. Νά μήν ἐξαρτᾶμε τήν πίστη μας ἀπό τούς ἄλλους
ἀνθρώπους, ἀλλά μόνο ἀπό τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό «ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν
οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ».
Εὔλογα
τίθεται τό ἐρώτημα: Τί πρέπει νά κάνει ἐκεῖνος πού θέλει νά πιστέψει; Ἡ ἀπάντηση
εἶναι ἁπλή: Ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς. Μιά ὁλόκληρη ἑβδομάδα πάλαιψε μέ
τόν ἑαυτό του. Προσπάθησε νά ὑπερνικήσει τή δυσπιστία του μέ τήν αὐτοσυγκέντωση
καί τήν προσευχή. Κι ἀφοῦ καθαρίσθηκε, μόνο τότε «μεθ΄ ἡμέρας ὀκτώ» ἦλθε ὁ Ἰησοῦς,
τόν κάλεσε νά τόν ψαύσει καί πρίν κἄν προλάβει νά ἐλέγξει μέ τά χοϊκά του αἰσθητήρια
τίς πληγές Του ἀνεφώνησε: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».
Γιά
νά λάβουμε λοιπόν ἀπό τό Θεό τό δῶρο τῆς πίστεως θά πρέπει νά ἐξασφαλήσουμε
τρεῖς βασικές προϋποθέσεις:
α.
Νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας μέ τό Μυστήριο τῆς μετανοίας.
β.
Νά προσευχηθοῦμε θερμά γιά τήν ἐνίσχυση τῆς πίστεώς μας.
γ.
Νά ἐρευνήσουμε μέ ὅλες μας τίς δυνατότητες, ὥστε ἡ πίστη μας νά εἶναι «κατ΄ ἐπίγνωσιν».
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Στήν
ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, εἶναι ἀφιερωμένη ἡ πρώτη
μετά τήν Ἀνάσταση Κυριακή. Δέν εἶχε τή χαρά ν΄ ἀτενήσει τόν Ἀναστάντα Διδάσκαλό
του στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, διότι «οὐκ ἦν μετ΄ αὐτῶν (τῶν μαθητῶν) ὅτε ἦλθεν
ὁ Ἰησοῦς». Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι τοῦ ἀνεκοίνωσαν τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου, ἐκεῖνος
σάν ἄνθρωπος τῶν αἰσθήσεων, ἀντιπαραθέτοντας στόν ἐνθουσιασμό τους τήν λογική εἶπε:
«Ἐάν μή ἴδω ... οὐ μή πιστεύσω». Ἦταν ἀπόλυτα φυσιολογική καί δικαιολογημένη ἡ
ἀντίδραση τοῦ Θωμᾶ. Καί τοῦτο διότι χωρίς Ἅγιον Πνεῦμα δέν εἶναι δυνατόν ὁ
ἄνθρωπος νά κατανοήσει τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι πίστεψαν
μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τό ὁποῖο τούς ἔδωσε ὁ Κύριος μετά τήν Ἀνάστασή
Του. Μετά τό χαιρετισμό τῆς ε[ιρήνης «ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς. Λάβετε Πνεῦμα
Ἅγιον». Ὅταν λείπει τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ ἄνθρωπος ὅσο σοφός καί δυνατός κι ἄν
εἶναι πέφτει στόν πειρασμό τῆς ἀμφιβολίας. Μόνο τό Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει πνεῦμα σοφίας κι ἑρμηνεύει
ἁπλά καί πειστικά τά «ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν» Μυστήρια τοῦ Θεοῦ.
Ἡ
Ἐκκλησία δέν φοβᾶται τήν ἀμφισβήτηση. Ἀναγνωρίζει, ὅτι πολλοί Χριστιανοί
ταλαιπωροῦνται ἀπό λογισμούς τῆς ἀπιστίας καί συχνά βυθίζονται στό πέλαγος τῶν ἀμφιβολιῶν.
Γι αὐτό ἄλλωστε τήν πρώτη Κυριακή μετά τήν ἔνδοξη Ἀνάσταση δίνει τό λόγο στήν ἀμφιβολία.
Ἀντιμετωπίζει τήν κατάσταση μέ ρεαλισμό, ἀναζητεῖ τά αἴτια τῆς πνευματικῆς
συγχήσεως καί ὑποδεικνύει τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή γνώση καί πίστη. Ἀκούει
μέ προσοχή τίς θέσεις τῶν δυσπίστων καί προσπαθεῖ νά τούς φωτίσει μέ τό φῶς τοῦ
Εὐαγγελίου καί νά τούς ἐλευθερώσει ἀπό τό σκοτάδι τῆς πλάνης. Ἀπό τά πρῶτα
χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι πού δέν δέχθηκαν τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Πρῶτος ὁ Θωμᾶς κι ὕστερα
ἀπ΄ αὐτόν πολλοί Θωμάδες πού ἀμφισβήτησαν τή γνησιότητα τῆς πίστεως καί διακήρυξαν
σάν ἐκεῖνο: «Ἐάν δέν ἰδῶ μέ τά μάτια μου δέν πιστεύω».
Σέ
δύο κατηγορίες χωρίζονται οἱ σημερινοί ἀμφισβητίες. Στούς θεωρητικούς καί
στούς πρακτικούς ἀθέους. Οἱ πρῶτοι εἶναι
οἱ στρατευμένοι ἄθεοι, πού νοσοῦν στή διάνοια καί μέ πεῖσμα μάχονται τό
Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Οἱ δεύτεροι εἶναι οἱ κατ΄ ὄνομα χριστιανοί, πού ζοῦν
χωρίς Χριστό, μ΄ ἕνα τρόπο ζωῆς ἀντιχριστιανικό καί ὑλιστικό.
Στούς
σκληρούς ἀθέους πού ἔχουν κλείσει τά μάτια τους μπροστά στόν ἥλιο τῆς ἀλήθειας,
κι ἔχουν πεισματικά σφραγίσει τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς μέ ἀποτέλεσμα
νά ἔχουν αὐτιά καί νά μήν ἀκοῦν, νά ἔχουν μάτια καί νά μή βλέπουν, ἡ Ἐκκλησία
δέν μπορεῖ νά δώσει καμιάν ἄλλη βοήθεια καί τοῦτο γιατί δέν τή δέχθηκαν, παρά
τήν ἐκ ψυχῆς προσευχή της, τό Πανάγιο Πνεῦμα νά τούς ἀναστήσει ἀπό τό βυθό τῆς ἀπώλειας
καί νά τούς χαρίσει τή χαρά τῆς πίστεως.
Στούς
ἄλλους, τούς πλανεμένους ἀπό τίς μέριμνες καί τίς ἡδονές τῆς ζωῆς, ἔχει νά ὑποδείξει
τρόπο θεραπείας ἀπό τήν ἀσθένεια τῆς διάνοιας καί τῆς ψυχῆς. Τήν ἀνακαίνιση μέ
περισυλλογή, μετάνοια καί προσευχή τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Νά πράξουν ὅ,τι ἔπραξε ὁ
Ἀπόστολος Θωμᾶς. Ἐπί μία ὁλόκληρη βδομάδα ἀγωνίστηκε καί πάλεψε μέ τόν ἑαυτό
του. Ἔκανε τήν ψυχή του πεδίο μάχης τῆς πίστεως καί τῆς ἀπιστίας. Προσευχήθηκε
στό Θεό κι ἐπειδή ἡ προαίρεσή του ἦταν ἀγαθή, καθαρίστηκε ἀπό τά ἕλκη τῆς ἀμφιβολίας
καί «μεθ΄ ἡμέρας ὀκτώ» ὅταν πάλι ἐμφανίστηκε ὁ Ἰησοῦς, δέ χρειάστηκε νά τόν
ψηλαφήσει, πίστεψε καί ὁμολόγησε: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».
Ἀγαπητοί
μου Χριστιανοί.
Στόν
πειρασμό τῆς ἀπιστίας εἶναι ἔκθετοι ὅσοι στεροῦνται τή χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Χωρίς τόν Παράκλητο, «τό Πνεῦμα
τῆς ἀληθείας», δέν ἑρμηνεύονται καί δέν κατανοοῦνται τά Μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἄν
βασανιζόμαστε ἀπό τούς λογισμούς τῆς ἀπιστίας κι ἄν μαστίζεται ἡ σκέψη μας ἀπό
περίεργες περί Θεοῦ ἰδέες, ἄν τά ἐπιχειρήματα τῶν ἄθεων μᾶς κλονίζουν καί
μερικές φορές μᾶς βυθίζουν σέ μελαγχολία, τοῦτο ὀφείλεται στήν ἀπογύμνωση τῆς
ψυχῆς μας ἀπό τήν σκέπη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπου τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκεῖ ὑπάρχει
εἰρήνη, χαρά καί πίστη. Ἡ ἀθεΐα καί ἡ ἀμφιβολία ὑπερνικῶνται μόνο μέ τήν
μετάνοια καί τήν προσευχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου