27 Απρ 2014

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου

ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ  ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου

            Εἶναι φυσικό καί ἀνθρώπινο, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, νά ὑπάρχουν ἄν­θρω­ποι πού δέχονται τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μέ δυσπι­στία καί ἐπι­φύλαξη. Ἀκόμα καί μέσα στόν κύκλο τῶν δώδεκα ἀφο­σιω­μένων Ἀποστό­λων ὑπῆρ­ξε ὁ Θωμᾶς, πού γιά νά πεισθεῖ ζήτησε νά ψαύσει μέ τά ἴδια του τά χέρια τίς πληγές τοῦ πάθους πάνω στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ὅ­ταν ἡ πίστη ἀτονεῖ, ὅταν ἡ πνευματική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου βρί­σκε­ται σέ ἀδυναμία, τότε τό σῶμα ζη­τεῖ λογικές ἀποδείξεις μέσα στά πλαίσια τῶν δυνατοτήτων τοῦ κόσμου τούτου καί τῆς λογικῆς. Ὁ Θωμᾶς ἤθελε νά ἀκουμπήσει τά χέρια του πάνω στίς πληγές τοῦ Χριστοῦ. Πολλοί ἄνθρωποι θέλουν καί σήμερα ἐλέγξουν καί νά κατα­νοή­σουν μέ τίς αἰσθήσεις τους τήν πίστη. Ὅ,τι δέν ἐννοοῦν, τό ἀπορρί­πτουν. Ὅ,τι κα­­­­τα­­νοοῦν, τό δέχονται. Μά ἡ πίστη εἶναι πέρα καί πάνω ἀπό τή λογική. Εἶναι «πραγ­­μάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Ὅποιος θελήσει νά τήν μετρήσει μέ τή λο­­γι­κή, ὅποιος προσπαθήσει νά τήν περάσει μέσα ἀπό τά συναι­σθή­μα­τά του, πα­θαίνει ὅ,τι ἔπαθε ὁ Θωμᾶς, πού σαστισμένος ἀπό τήν ἐσωτερική πάλη τῆς ψυ­χῆς του ἔλεγε: «ἐάν μή ἴδω, οὐ μή πιστεύσω». Ὁ Θωμᾶς δέν ἦταν ἄπιστος, ἀλλά οὔ­τε καί πιστός. Γιά νά πιστέψει καθολικά ἤθελε τήν ἐπιβεβαίωση τῶν αἰσθή­σεών του. Ἔτσι καί οἱ περισσότεροι ἀπ΄ αὐτούς πού λένε ὅτι δέν πιστεύουν, δέν εἶναι στήν οὐσία ἄπιστοι. Εἶναι πνευματικά ἀτροφικοί καί δέν βρίσκουν τή δύ­να­μη νά παλαίψουν μέ τίς δυνάμεις τοῦ κόσμου, πού ἀντιστρα­τεύο­νται τήν πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Κάτι ὑπάρχει πού τούς φράζει τό δρόμο.
            Στίς κατ΄ ἰδίαν συζητήσεις μέ τούς ἀνθρώπους τῆς κατηγορίας αὐτῆς γιά θέ­ματα πίστεως διαπιστώνουμε, ὅτι ἡ ἀπιστία εἶναι ἐσωτερικό τους πρόβλημα.  Θέ­λουν νά πιστέψουν μά δέν μποροῦν, γιατί δέν διαθέτουν τή γέφυρα τῆς τα­πει­νο­φροσύνης, πού ὁδηγεῖ στό Θεό. Ὅταν ἀρχίσει συζή­τη­ση γιά τήν πίστη, στρέ­φουν τό θέμα στίς ἀδυναμίες τῶν χριστιανῶν κλη­ρι­κῶν καί λαϊκῶν. Ἔτσι δικαιο­λο­γοῦν τήν ἀπιστία τους πού ὀφείλεται ὅμως σέ ἄλλα αἴτια. Αὐτά εἶναι:
            α. Ἡ ἀνεπαρκής γνώση τῶν θρησκευτικῶν ἀληθειῶν. Δέν γνω­ρί­ζουν βα­σικά πράγματα γιά τό Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Δέν διαβάζουν ποτέ τήν Ἁγία Γρα­φή ἤ ἄλλα θρησκευτικά βιβλία. Καί ὅμως θέλουν νά ἔχουν λό­γο στά θέματα τῆς πίστεως.
            β. Ἡ ἡμιμάθεια. Ἡ λίγη ἐπιστήμη ἀπομακρύνει ἀπό τό Θεό. Ἡ πολ­λή πλησιάζει τόν ἄνθρωπο στό Θεό. Ἡ ἐπιστήμη ὅμως βοηθεῖ τήν πίστη, δέν τήν ἀπορ­ρίπτει.
            γ. Οἱ βιοτικές μέριμνες. Τό τρέξιμο γιά τόν ἐπιούσιο, τό καθη­με­ρι­νό ἄγχος τῆς βιοπάλης, τά προβλήματα τῆς δουλειᾶς καί τῆς οἰκογενείας, ὁ μοντέρνος τρό­πος ζωῆς μέ τίς ἀπαιτήσεις του καί τόσες ἄλλες μέριμνες δέν ἀφήνουν περι­θώ­ρια στόν ἄνθρωπο νά ἀσχοληθεῖ μέ τήν πίστη. Ὁ Χρι­στια­νισμός δέν ἀγνοεῖ τίς ὑλικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά τίς ἱεραρχεῖ καί συμβου­λεύει: «Ζητεῖτε πρῶ­τον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιο­σύ­νην αὐτοῦ καί ταῦ­τα πάντα προ­στεθήσεται ὑμῖν».
            δ. Ἡ φιλαργυρία. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος δέν ἀρκεῖται στά λίγα ἤ στά μέ­τρια, ζητεῖ τά πολλά. Ἡ ἀγάπη στά ὑλικά ἀγαθά πλανᾶ τόν ἄν­θρω­πο, τοῦ ἀ­φαι­ρεῖ τή συνείδηση, τόν κάνει ἀγριάνθρωπο. Ὁ φιλόϋλος δέν ἐν­­διαφέρεται γιά τό Θεό, ἀλλά γιά τόν ἑαυτό του.
            ε. Ὁ μιμητισμός ἀθρήσκων ἰδεῶν. Ἐκεῖνον πού δέν ὑυπολογίζει τό Θεό, πού διαδίδει ἀθεϊστικές ἰδέες καί ζεῖ ζωή χωρίς Θεό, οἱ περισ­σό­τε­ροι τόν θεωροῦν «με­γάλο» καί τόν μιμοῦνται. Σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή εἶναι τῆς μόδας ἡ ἀθεϊα. Γιά τούς μοντέρνους ἀνθρώ­πους ὁ Θεός εἶναι ξεπερασμένη ἰδέα. Καί πολλοί ἄνθρωποι μιμοῦνται κι ἀβα­σάνιστα ἀκολουθοῦν τό ρεῦμα τῆς ἀθεϊας πού ἔφερε ἡ εὐμάρεια καί ἡ πλησμονή τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν.
            στ. Ἡ ἀκόλαστη ζωή. Ἡ σαρκική ζωή σκοτίζει τό νοῦ καί δέν ἀφήνει τό θεῖο φῶς νά φωτίσει τήν ψυχή. Γι αὐτό οἱ περισσότεροι ἄνθρω­ποι πού δυο­λεύουν στά πάθη της, δέν πιστεύουν. Ἡ ἁμαρτία καί ἡ πί­στη εἶναι δύο πράγματα ἀσυμ­βί­βαστα. Ὅπου δέν ὑπάρχει μετάνοια δέν ὑπάρ­χει πίστη κι ἄν καμιά φορά ὑ­πάρ­χει εἶναι ἐπιφανειακή καί Φαρισαϊκή.
            ζ. Τά σκάνδαλα τῶν κληρικῶν.  Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι οἰ πτώσεις τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς Ἐκκλησίας κλονίζουν τήν πίστη τῶν ἀδυνάτων. Δέν πρέπει ὅμως νά συν­δέουμε τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἰδέα τῆς πίστεως. Νά μήν ἐξαρ­τᾶ­με τήν πίστη μας ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά μόνο ἀπό τόν Θεάν­θρω­πο Ἰη­σοῦ Χριστό «ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στό­ματι αὐτοῦ».
            Εὔλογα τίθεται τό ἐρώτημα: Τί πρέπει νά κάνει ἐκεῖνος πού θέλει νά πιστέψει; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: Ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς. Μιά ὁλό­κλη­ρη ἑβδομάδα πάλαιψε μέ τόν ἑαυτό του. Προσπάθησε νά ὑπερνι­κή­σει τή δυ­σπι­στία του μέ τήν αὐτοσυγκέντωση καί τήν προσευχή. Κι ἀφοῦ καθαρίσθηκε, μόνο τό­τε «μεθ΄ ἡμέρας ὀκτώ» ἦλθε ὁ Ἰησοῦς, τόν κάλεσε νά τόν ψαύσει καί πρίν κἄν προ­­λάβει νά ἐλέγξει μέ τά χοϊκά του αἰσθη­τή­ρια τίς πληγές Του ἀνεφώ­νη­σε: «Ὁ Κύ­ριός μου καί ὁ Θεός μου».
            Γιά νά λάβουμε λοιπόν ἀπό τό Θεό τό δῶρο τῆς πίστεως θά πρέπει νά ἐξα­σφα­­λήσουμε τρεῖς βασικές προϋποθέσεις:
            α. Νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας μέ τό Μυστήριο τῆς μετανοίας.
            β. Νά προσευχηθοῦμε θερμά γιά τήν ἐνίσχυση τῆς πίστεώς μας.
            γ. Νά ἐρευνήσουμε μέ ὅλες μας τίς δυνατότητες, ὥστε ἡ πίστη μας νά εἶναι «κατ΄ ἐπίγνωσιν».

  
  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟΥ ΘΩΜΑ

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

            Στήν ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, ἀγαπητοί μου Χριστια­νοί, εἶναι ἀφιερωμένη ἡ πρώτη μετά τήν Ἀνάσταση Κυριακή. Δέν εἶχε τή χαρά ν΄ ἀτενήσει τόν Ἀναστάντα Διδάσκαλό του στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, διότι «οὐκ ἦν μετ΄ αὐτῶν (τῶν μαθητῶν) ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς». Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι τοῦ ἀνεκοίνωσαν τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυ­ρίου, ἐκεῖνος σάν ἄνθρωπος τῶν αἰσθήσεων, ἀντιπαραθέτοντας στόν ἐνθουσιασμό τους τήν λογική εἶπε: «Ἐάν μή ἴδω ... οὐ μή πι­στεύ­σω». Ἦταν ἀπόλυτα φυσιολογική καί δικαιολογημένη ἡ ἀντί­δρα­­ση τοῦ Θωμᾶ. Καί τοῦτο διότι χωρίς Ἅγιον Πνεῦμα δέν εἶναι δυ­να­τόν ὁ ἄνθρωπος νά κατανοήσει τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Οἱ ὑπό­λοι­ποι Ἀπόστολοι πίστεψαν μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τό ὁποῖο τούς ἔδωσε ὁ Κύριος μετά τήν Ἀνάστασή Του. Μετά τό χαι­ρε­τι­σμό τῆς ε[ιρήνης «ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς. Λάβετε Πνεῦμα Ἅ­γιον». Ὅταν λείπει τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ ἄνθρωπος ὅσο σοφός καί δυ­να­τός κι ἄν εἶναι πέφτει στόν πειρασμό τῆς ἀμφιβολίας. Μόνο τό  Ἅ­γιο Πνεῦμα χαρίζει πνεῦμα σοφίας κι ἑρμηνεύει ἁπλά καί πειστι­κά τά «ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν» Μυστήρια τοῦ Θεοῦ.
            Ἡ Ἐκκλησία δέν φοβᾶται τήν ἀμφισβήτηση. Ἀναγνωρίζει, ὅτι πολλοί Χριστιανοί ταλαιπωροῦνται ἀπό λογισμούς τῆς ἀπιστίας καί συχνά βυθίζονται στό πέλαγος τῶν ἀμφιβολιῶν. Γι αὐτό ἄλλωστε τήν πρώτη Κυριακή μετά τήν ἔνδοξη Ἀνάσταση δίνει τό λόγο στήν ἀμφι­βο­λία. Ἀντιμετωπίζει τήν κατάσταση μέ ρεαλισμό, ἀναζητεῖ τά αἴτια τῆς πνευματικῆς συγχήσεως καί ὑποδεικνύει τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή γνώση καί πίστη. Ἀκούει μέ προσοχή τίς θέσεις τῶν δυ­σπίστων καί προσπαθεῖ νά τούς φωτίσει μέ τό φῶς τοῦ Εὐαγ­γε­­λίου καί νά τούς ἐλευθερώσει ἀπό τό σκοτάδι τῆς πλάνης. Ἀ­πό τά πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι πού δέν δέ­χθη­καν τήν  Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Πρῶτος ὁ Θωμᾶς κι ὕστερα ἀπ΄ αὐ­τόν πολλοί Θωμάδες πού ἀμφισβήτησαν τή γνησιότητα τῆς πίστεως καί διακή­ρυ­ξαν σάν ἐκεῖνο: «Ἐάν δέν ἰδῶ μέ τά μάτια μου δέν πι­στεύω».
            Σέ δύο κατηγορίες χωρίζονται οἱ σημερινοί ἀμφισβητίες. Στούς θεω­ρητικούς καί στούς πρακτικούς ἀθέους.  Οἱ πρῶτοι εἶναι οἱ στρα­τευ­μέ­νοι ἄθεοι, πού νοσοῦν στή διάνοια καί μέ πεῖσμα μάχονται τό Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Οἱ δεύτεροι εἶναι οἱ κατ΄ ὄνομα χρι­στια­νοί, πού ζοῦν χωρίς Χριστό, μ΄ ἕνα τρόπο ζωῆς ἀντιχριστιανικό καί ὑλι­στι­κό.
            Στούς σκληρούς ἀθέους πού ἔχουν κλείσει τά μάτια τους μπροστά στόν ἥλιο τῆς ἀλήθειας, κι ἔχουν πεισματικά σφραγίσει τίς αἰ­σθήσεις τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς μέ ἀποτέλεσμα νά ἔχουν αὐ­τιά καί νά μήν ἀκοῦν, νά ἔχουν μάτια καί νά μή βλέπουν, ἡ Ἐκ­κλη­σία δέν μπορεῖ νά δώσει καμιάν ἄλλη βοήθεια καί τοῦτο γιατί δέν τή δέ­χθηκαν, παρά τήν ἐκ ψυχῆς προσευχή της, τό Πανάγιο Πνεῦμα νά τούς ἀναστήσει ἀπό τό βυθό τῆς ἀπώλειας καί νά τούς χαρίσει τή χα­ρά τῆς πίστεως.
            Στούς ἄλλους, τούς πλανεμένους ἀπό τίς μέριμνες καί τίς ἡδονές τῆς ζωῆς, ἔχει νά ὑποδείξει τρόπο θεραπείας ἀπό τήν ἀσθέ­νεια τῆς διάνοιας καί τῆς ψυχῆς. Τήν ἀνακαίνιση μέ περισυλ­λο­γή, με­τάνοια καί προσευχή τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Νά πράξουν ὅ,τι ἔπραξε ὁ Ἀ­πό­στολος Θωμᾶς. Ἐπί μία ὁλόκληρη βδομάδα ἀγω­νί­στη­κε καί πά­­λε­ψε μέ τόν ἑαυτό του. Ἔκανε τήν ψυχή του πεδίο μάχης τῆς πί­στεως καί τῆς ἀπιστίας. Προσευχήθηκε στό Θεό κι ἐπειδή ἡ προαί­ρε­σή του ἦταν ἀγαθή, καθαρίστηκε ἀπό τά ἕλκη τῆς ἀμ­φι­βο­λίας καί «μεθ΄ ἡμέρας ὀκτώ» ὅταν πάλι ἐμφανίστηκε ὁ Ἰη­σοῦς, δέ χρειάστηκε νά τόν ψηλαφήσει, πίστεψε καί ὁμολόγησε: «Ὁ Κύ­ριός μου καί ὁ Θεός μου».

            Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί.

            Στόν πειρασμό τῆς ἀπιστίας εἶναι ἔκθετοι ὅσοι στεροῦνται τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Χωρίς τόν Παράκλητο, «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας», δέν ἑρμηνεύονται καί δέν κατανοοῦνται τά Μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἄν βασανιζόμαστε ἀπό τούς λογισμούς τῆς ἀπιστίας κι ἄν μα­στί­ζεται ἡ σκέψη μας ἀπό περίεργες περί Θεοῦ ἰδέες, ἄν τά ἐπι­χει­ρή­μα­τα τῶν ἄθεων μᾶς κλονίζουν καί μερικές φορές μᾶς βυθίζουν σέ με­λαγχολία, τοῦτο ὀφείλεται στήν ἀπογύμνωση τῆς ψυ­χῆς μας ἀπό τήν σκέπη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπου τό Ἅγιο Πνεῦ­μα ἐκεῖ ὑ­πάρ­χει εἰρήνη, χαρά καί πίστη. Ἡ ἀθεΐα καί ἡ ἀμφι­βο­λία ὑπερ­νικῶνται μό­νο μέ τήν μετάνοια καί τήν προσευχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου