11 Μαΐ 2014

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟΥ  ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

            Ἀνάμεσα στά ἀναρίθμητα θαύματα τοῦ Κυρίου, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Βηθεσδᾶ φέρνει ἕνα ἰδιαίτερο μήνυμα στούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας. Δέν ἀποκαλύπτει μόνο τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀλλά καί τό κρυφό δράμα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἠλεκτρονικῆς ἐπο­χῆς, τό δράμα τῆς μοναξιᾶς πού ἐπιδημιακά ἁπλώνεται στίς προηγ­μέ­­νες κοινωνίες καί ἀπειλεῖ τήν ἰσορροπία τῆς ἀνθρώπινης προσω­πι­­­­κό­τη­τας. Ἡ μοναξιά, αὐτή ἡ κατάρα τῆς ἐποχῆς μας, βρίσκεται γύ­ρω μας καί παντοῦ. Μέσα στό σαλόνι καί στό ὑπνοδωμάτιο, στίς ντί­σκο καί στίς λεωφόρους, μπροστά στήν τηλεόραση καί στό βίντεο, πί­σω ἀπό τά ἀκουστικά τοῦ γουόκμαν καί τούς ξέφρενους χορούς.

            Ὅπου κι ἄν ζητήσουμε λύση τοῦ δράματος αὐτοῦ θά ἀπογοη­τευ­­­­θοῦμε γρήγορα. Μόνο ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μπορεῖ νά λυ­­τρώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό μαρτύριο τῆς μοναξιᾶς.
            Εὑρισκόμενος στά Ἱεροσόλυμα ὁ Χριστός, μετά τήν προσευχή του στό Ναό, θεώρησε καθῆκον του νά ἐπισκευθεῖ τούς ἀρρώστους τῆς κολυμβήθρας Βη­θεσδᾶ. Ἐκεῖ, στήν προβατική πύλη ὑπῆρχε κά­ποια θαυ­μα­τουργική πηγή στήν ὁποία κατά καιρούς κατέβαινε ἄγ­γε­­­λος Θεοῦ καί «ἐτάραττε τό ὕδωρ». Ὅποιος πρῶ­τος εἰσήρχετο στήν κο­­­λυμ­­­βήθρα ἀμέσως ἐθεραπεύετο. Μ΄ αὐτή τήν ἐλπίδα «πλῆθος πο­λύ τῶν ἀσθενούντων» νύκτα καί μέρα περίμενε γύρω ἀπό τήν κο­λυμ­­­βή­­θρα τήν κάθοδο τοῦ Ἀγγέλου. Ἀ­νάμεσα σ΄ αὐτούς ἦταν ἕνας πα­­ρά­λυ­τος. Ζωντανός νεκρός, μέ τήν ὠχρότητα τοῦ θανάτου ζωγρα­φι­­σμένη στό σκελε­τω­μέ­νο του πρόσωπο, μόνος κι ἔρημος παρα­κα­λοῦ­σε τόν ἕνα καί τόν ἄλλο νά τόν ρί­ξουν στήν κολυμβήθρα. Ἀλλά κα­­νείς δέν τοῦ ἔδινε σημασία. Ἐγκατα­λε­λει­μένος ἀ­πό φίλους, συγ­γε­­­νεῖς καί γνω­­στούς ἐπί τριάντα ὀκτώ ὁλόκληρα χρό­νια ἔπινε γου­­λιά - γουλιά τό πικρό ποτή­ρι τοῦ πόνου καί τῆς μοναξιᾶς. Αὐτόν πλη­­­σίασε ὁ Χρι­στός καί τοῦ εἶπε «Θέλεις νά γίνεις καλά;» Κι ὁ παρά­λυ­­­τος δέν τοῦ μιλάει γιά τήν ἀρρώστεια του. Ἀνοίγει τήν καρδιά του κι ἀφήνει ἕνα βαθύ ἀνα­­στε­ναγμό. «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», τοῦ λέει μέ πόνο. Τό δρᾶμα τῆς ψυ­χῆς του ἦταν πιό μεγάλο ἀπό τήν ἀρ­ρώ­­στια τοῦ σώμα­τός του.
            Σύμβολο τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ὁ παραλυτικός. Στήν ἀπέρα­ντη καί πολυάνθρωπη κοινωνία μας, ὑπάρχουν πολλοί πού ὑποφέρουν καί πο­νοῦν. Στά νοσοκομεῖα καί στίς κλινικές, στίς φυ­λα­κές καί στά γηροκομεῖα πολ­λοί ἄνθρωποι δέν ἔχουν κάποιον νά τούς δροσίσει τά φλογισμένα χείλη, νά τούς πεῖ δυό λόγια πα­ρη­γο­ριᾶς, νά τούς ἐμψυχώσει καί νά τούς ἐνθαρρύνει, νά τούς προ­σφέ­ρει λίγη ἀγάπη καί ἀνθρωπιά. Μικροί καί μεγάλοι διψοῦν γιά ἀ­γά­πη, μά κα­νείς δέν βρίσκεται νά τούς χαρίσει τό μεγάλο καί ἀνε­κτί­μη­το θησαυ­ρό. Ὅλοι μας θέλουμε τόν χρόνο ὑπηρέτη τῆς δικῆς μας εὐ­τυ­­χίας. Δέν διαθέτουμε οὔτε λεπτό γιά τόν ἄλλο. Ὅσο ὅμως ἀπο­­μα­κρυ­νό­μα­στε ἀπό τό συνάνθρωπό μας τόσο περισ­σό­τερο χανό­μα­στε στό λαβύ­ριν­θο τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ἀπελπισίας.
            Στίς μεγαλουπόλεις τό δρᾶμα τῆς μοναξιᾶς διακρύνεται καλύ­τε­­ρα. Ἄ­γνω­στοι μεταξύ ἀγνώστων κυκλοφοροῦν στούς δρόμους χι­λιά­­δες ἄνθρωποι πού ἄν καί συνωθοῦνται στά λεωφορεῖα, στά κατα­­στή­ματα, στά γραφεῖα, ἐν τούτοις εἶ­ναι τόσο ξένοι καί ἄγνω­στοι. Ζοῦ­με πολύ κοντά ὁ ἕνας στόν ἄλλο, ἀλλά δέν ἔχου­με καμιά ψυχική ἐπι­κοι­νωνία. Μπορεῖ στό ἕνα διαμέρισμα κάποια θλίψη νά ἔχει βυ­θί­σει τήν οἰκογένεια σέ ἀφόρητη ὀδύνη καί στό διπλανό ξέφρενες δια­σκε­δά­­σεις νά σείουν ὁλόκληρη τήν πολυκατοικία. Κάθε πόρτα δια­με­ρίσματος κλεί­νει πίσω της τίς χαρές καί τίς θλίψεις μιᾶς ὁλό­κλη­ρης οἰκογένειας. Πόσο δια­φο­ρε­­τικά ὅμως ἦταν παλιά. Ἡ χαρά τοῦ ἑνός ἦταν χαρά τοῦ ἄλλου καί ὁ πόνος τοῦ ἑνός ἦταν πόνος τοῦ ἄλ­λου. Σήμερα χάσαμε τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, κατα­ντή­σα­με ἄν­θρω­­ποι χωρίς φυσιογνωμία.
            Οἱ αἰτίες τῆς μοναξιᾶς εἶναι δύο: ὁ ἐγωκεντρισμός τοῦ ἀνθρώ­που καί ἡ κυ­ριαρ­χία τῆς μηχανῆς. Ἡ πρόοδος ἔφερε κοντά τούς ἀν­θρώ­­πους. Ἔκαμε τόν κό­σμο μιά γειτονιά, ἀλλά ψυχικά τούς ἀποξέ­νωσε.
 Πρέπει λοιπόν νά σπάσουμε τόν πάγο τῆς μοναξιᾶς χρησι­μο­ποιώ­­ντας τήν ἐξέ­λιξη καί τόν πολιτισμό γιά τή σύσφιξη τῶν ἀδελφι­κῶν σχέσεων καί τήν κα­λύ­τε­ρη ἐπικοινωνία τῶν προσώπων. Νά ἀνοί­ξουμε τήν καρδιά μας στούς ἄλλους. Νά βιώσουμε τίς διαστά­σεις τῆς πραγματικῆς ἀγάπης. Ἥ­λιος πού μέ τίς ἀκτῖνες λοιώνει τόν πάγο τῆς μοναξιᾶς εἶναι ἡ ἀγάπη. Τό δόσιμο τῆς ἀγάπης δέν σπάει μόνο τή μοναξιά τοῦ ἄλλου. Γεμίζει καί τή δική μας καρδιά. Ἐ­κεῖνος πού ἀγαπᾶ δέν μένει μόνος ἔστω κι ἄν εἶναι μόνος. Ἔχει μέσα του τό Χριστό. «Ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπη ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».

  
  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟΥ  ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

          Πρόσωπο θλίψεως κι ἀφόρητου πόνου, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί,  μπο­ρεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὁ παράλυτος τῆς Βηθεσδᾶ. Τριαντοχτώ ὁλό­κλη­ρα χρόνια ἔλιωνε πάνω στό κρεβάτι τῆς ἐγκατάλειψης. Ἐξου­θε­νωμένος ἀπό τό βάρος τῆς δοκιμασίας, δέν εἶχε χάσει τήν ἐλπίδα του. Περίμενε τήν ἐπέμ­­βα­ση τοῦ Θεοῦ. Καί νά, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς! Τόν πλη­σία­σε μέ ἀγάπη καί μέ τόν δεσποτικό του λόγο νεύρωσε τά παράλυτα μέλη του. «Καί εὐθέως ἐγέ­­νε­το ὑγιής ὁ ἄνθρωπος». Ὁ πόνος μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ ἔδωσε τή θέ­ση του στήν χαρά.
Πολλοί ἄνθρωποι ἀγανακτισμένοι ἀπό τό βάρος δοκιμασιῶν καί θλί­ψεων, διερωτῶνται γιατί νά ὑπάρχει στόν κόσμο τόσος πόνος. Διαφωτι­στι­κή ἀπάντηση δίνουν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι δοκιμα­σμέ­νοι στό καμίνι τοῦ πόνου, συγχρόνως σκεπασμένοι ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, μποροῦνε νά διακρίνουν ἀντικειμενικά τήν προέλευση καί τή σημα­σία τοῦ πόνου στή ζωή τοῦ πιστοῦ. Λένε λοιπόν οἱ θεοφώτιστοι ἅγιοι τῆς Ἐκ­κλησίας μας, ὅτι ἀπό τή στιγμή πού γιά πρώτη φορά ὁ ἄνθρωπος γεύθηκε τήν ἁμαρτία καί τήν ἡδονή πού τή συνοδεύει, γεύθηκε ταυτόχρονα τήν πίκρα τοῦ πόνου καί τῆς ὀδύνης. Ἐπέτρεψε ὁ Θεός τόν πόνο γιά νά θε­ρα­πευθεῖ μέ τήν ὁδύνη ἡ πληγή πού ἄνοιξε στόν ἄνθρωπο ἡ ἁμαρτία.  Δέν ἦταν τιμωρία ὁ πόνος, ἀλλά φάρμακο θεραπείας. Αὐτό πού σέ μᾶς φαί­νεται τιμωρία, στήν πραγματικότητα εἶναι θεραπεία, θεϊκή εὐεργεσία.
Οἱ θλίψεις εἶναι φάρμακα πού γιατρεύουν τήν ἀρρώστεια τῆς ἁμαρ­τίας καί ξαναδίνουν στόν ἄνθρωπο τήν ὑγεία τῶν ἀρετῶν. Οἱ ἅγιοι βλέπουν τίς θλίψεις σάν «αἰτίες ἀρετῆς» καί τίς θεωροῦν πολύτιμα δῶρα τοῦ Θεοῦ. Συμβουλεύει ὁ ἅγιος Νεῖλος: «Ὑπόμενε τίς θλίψεις γιατί μέσα σ΄ αὐτές φυτρώνουν οἱ ἀρετές.
Μέσ΄ ἀπό τούς τριβόλους τῶν δοκιμασιῶν φυτρώνουν τ΄ ἄνθη τῆς μετανοίας. Πόσοι δέν ἄλλαξαν πορεία ὕστερ΄ ἀπό μιά μεγάλη δοκιμασία;   Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, πού τόσο δοκιμάσθηκε στή ζωή του, λέει ὅτι μέ τίς θλίψεις ἀπαλλασσόμαστε ἀπό τίς ἁμαρτίες καί προχωροῦμε πρός τή Βασι­λεία τοῦ Θεοῦ ἐξαγνισμένοι. Ἡ ὑγεία, ἡ δόξα, ἡ εὐτυχία μᾶς καθιστᾶ ἀγέ­ρωχους, σκληρούς, ἐγωιστές, ἀδιάφορους, ἄπονους. Ἡ ἀρρώστεια ὅ­μως, ἡ συμφορά, ὁ πόνος, ἡ θλίψη, ἡ φτώχια, ὁ παραγκωνισμός καί γενι­κά κάθε δο­κιμασία ταπεινώνει τήν «ἐπηρμένη ὀφρύ», μᾶς κάνει κατα­δε­χτι­κούς, μαλακούς, εὐλαβεῖς, πονόψυχους, ἐλεήμονες, μ΄ ἕνα λόγο Ἀν­θρώ­πους. Τό­τε σκεφτόμαστε τό Θεό. Σηκώνουμε τά μάτια μας σ΄ Ἐκεῖ­νον καί μέ δά­κρυα τόν παρακαλοῦμε: «Κύριε μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παι­δός σου, ὅτι θλίβομαι, ταχύ ἐπάκουσόν μου, πρόσχες τῇ ψυχῇ μου καί λύτρωσε αὐτήν».
Ποιός ἄλλαξε τή στάση μας; Ποιός μᾶς μίλησε γιά τή λαθεμένη πορεία μας, ὥστε ν΄ ἀλλάξουμε συμπεριφορά; Ποιός ἄλλος; Ὁ μεγάλος παι­­δα­γωγός, ὁ πόνος. Ἐκεῖνος μαλάκωσε τήν καρδιά μας. Ἐκεῖνος μέ τούς ὄμ­βρους τῆς μετάνοιας πότισε τήν ξερή καί ἄγονη ψυχή μας. Εἶχε δίκιο ὁ ἅγιος Ἰάκωβος νά γράφει στούς θλιμμένους: «Πᾶσαν χα­ράν ἡγή­σα­σθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις ...»
Μερικοί θεωροῦν τή θλίψη σάν ἔκφραση τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ. Ἴσως νά ἔχουν δίκιο. Ὁ πειρασμός ἄλλοτε εἶν΄ ἔκφραση ἰδιαίτερης εὔνοιας, καί ἄλλοτε δίκαιης ὀργῆς τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά τί εἶν΄ ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ; Ὁ ἅγιος Μά­ξιμος λέει ὅτι ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται μέ δυό τρόπους. Πρῶτα μέ τήν ἐγκατάλειψη τοῦ ὑπερήφανου στά χέρια τῶν ἐχθρῶν του, μέ σκοπό νά συ­ναισθανθεῖ τήν ἀδυναμία του καί νά ἀναγνωρίσει τή δύναμη τῆς Θείας Χά­ριτος. Δεύτερο, μέ τή διακοπή τῶν θείων χαρισμάτων ἡ ὁποία γίνεται σέ κάθε ἄνθρωπο πού καυχᾶται γιά τά κατορθώματά του καί γιά τίς δω­ρεές πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τό Θεό. Ὅταν ἔρχονται λοιπόν θλίψεις, ἄς ἀναρωτη­θοῦμε: μήπως εἶναι παιδαγωγίες τοῦ Θεοῦ πού σκοπό ἔχουν νά μᾶς ὁδηγή­σουν σέ συστολή καί ταπείνωση;
Στήν ἀρχή κάθε θλίψη μᾶς κάνει νά ὑποφέρουμε καί νά βασα­νιζό­μα­­στε. Ὅταν ὅμως τή δεχτοῦμε μέ ταπείνωση καί τήν ὑπομείνουμε μέ καρ­τε­ρία, βλέπουμε στό τέλος, ὅτι ἔχει κατάληξη εἰρηνική.
Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί.
Ὅσο κι ἄν οἱ θλίψεις μᾶς μαλακώνουν τήν ψυχή γιά νά δεχτεῖ τῆς ἀρετῆς τή σφραγίδα, ὅσο κι ἄν προξενοῦν στεφάνους, ἐντούτοις εἶναι πικρά φάρμακα τά ὁποῖα μέ πολλή δυσκολία δεχόμαστε. Ἐπειδή μάλιστα ὑπάρχει κίνδυνος λόγῳ τῆς ἀδυναμίας καί τῆς ἀπιστίας μας νά ζημιω­θοῦ­με ἀπό τόν πειρασμό τῆς θλίψεως, ἄς παρακαλοῦμε τόν Κύριο νά μᾶς λυ­τρώ­­νει καί νά μᾶς σκεπάζει ἀπό κάθε θλίψη, ὀργή, κίνδυνο καί ἀνάγκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου