ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου
Μαρτυρική ἦταν ἡ ταλαιπωρία τοῦ ἐκ
γενετῆς τυφλοῦ, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, ὄχι μόνο μέχρι τή στιγμή τῆς
ἰασεώς του ἀλλά καί μετά. Πρίν συναντήσει τόν Σωτῆρα του ζοῦσε μέσα στό
σκοτάδι στερούμενος τοῦ μεγάλου ἀγαθοῦ, τοῦ φωτός. Ὅταν συνήντησε τό ἀληθινό
φῶς τότε ἐξεγέρθησαν ἐναντίον του οἱ ἄνθρωποι τοῦ σκότους. Ἔκπληκτοι οἱ
γείτονες κι ἐκεῖνοι πού τόν ἔβλεπαν προηγουμένως τυφλό, τόν ρωτοῦσαν, πῶς
ἔγινε τό θαῦμα. Ἐκεῖνος χωρίς κανένα δισταγμό διεκήρυττε τήν ἀλήθεια,
ὅτι δηλαδή «ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλόν ἐποίησε καί ἐπέχρισέ μου τούς
ὀφθαλμούς...».
Οἱ Φαρισαῖοι, μπροστά στούς ὁποίους ὁδηγεῖται γιά νά δώσει ἐξηγήσεις,
δέν συγκινοῦνται ἀπό τή θαυματουργική ἴαση. Τυφλοί στήν ψυχή ὀργίζονται,
γιατί ἔγινε θεραπεία μέρα Σάββατο. Καλοῦν τούς γονεῖς του. Πάλι ἐκ
δευτέρου φωνάζουν τόν ἴδιο. Προσπαθοῦν νά τόν ἐκφοβήσουν. Τέλος, ὅταν βλέπουν
τήν προσήλωσή του στόν εὐεργέτη του, τόν βρίζουν καί τόν διώχνουν ἀπ΄ τή
συναγωγή.
Κλῆρος τῶν χριστιανῶν εἶναι οἱ
λοιδωρίες, οἱ διωγμοί καί τά βάσανα. Ὁ Κύριος πολλές φορές εἶχε τονίσει
στούς Ἀποστόλους του, ὅτι τούς περιμένουν δοκιμασίες καί θλίψεις. «Εἰ ἐμέ
ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν» τούς εἶχε πεῖ. Οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους τίς ὁποῖες
ἀνάτρεψε μέ τή διδασκαλία του ὁ Χριστός, θά συνασπίζονταν γιά νά ἐξοντώσουν
ἐκείνους πού θά συνέχιζαν τό ἔργο του. Ἔτσι κι ἔγινε. Δοκιμάσθηκαν «ὡς χρυσός ἐν χωνευτηρίῳ»
οἱ Ἀπόστολοι. Διώχθηκαν ἀπό πόλη σέ πόλη. Ἔγιναν ἀποσυνάγωγοι. «Ὑπέμειναν
μυρίας βασάνους διά Χριστόν». Μετά τούς Ἀποστόλους οἱ μάρτυρες κι οἱ ὁμολογηταί
κι οἱ χριστιανοί τῶν κατακομβῶν, γιά τήν πίστη τους δοκιμάσαν πολλές θλίψεις.
Ὄχι μόνον ἐκεῖνοι, ἀλλά κι οἱ πιστοί καί συνειδητοί χριστιανοί ὅλων τῶν
ἐποχῶν ὑποφέρουν πολλές θλίψεις γιά τό Χριστό. Καί λέγει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ
Αἰγύπτιος ὅτι ὅπως τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου συνοδεύει ἡ σκιά, ἔτσι κι οἱ διωγμοί
συνοδεύουν τή ζωή τοῦ χριστιανοῦ.
Ὑπάρχουν διωγμοί πού δέν γίνονται
ἀντιληπτοί ἀπό τό περιβάλλον καί δέν δημιουργοῦν κανένα θόρυβο. Εἶναι ὕπουλοι
καί κρυφοί. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τούς διωγμούς δηλ. τίς εἰρωνίες καί τούς χλευασμούς,
τίς περιφρονήσεις καί τούς παραγκωνισμούς ὑφίσταται κάθε πιστός ἀπό τή
στιγμή πού θά εἰσέλθει πιό συνειδητά στό δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Θά συναντήσει
τήν ἀντίθεση τοῦ περιβάλλοντός του, ἀκόμα κι αὐτῶν τῶν οἰκείων του. Ἡ
προσήλωσή του στήν Ἐκκλησία, ἡ τακτική προσέλευσή του στά Μυστήρια, ἡ ἀγνή
καί προσεκτική ζωή του, ἡ προσεγμένη καί διακριτική συμπεριφορά του θά
προκαλέσει τήν εἰρωνία καί τά πειραχτικά σχόλια ἐκείνων πού δέν ζοῦν «κατά
Χριστόν». Κι αὐτό γιατί ἡ φωτεινή ζωή ἑνός πιστοῦ εἶναι γι αὐτούς τούς
ράθυμους καί ἀκατάστατους, κρίση καί ἔλεγχος ...
Δέν θά πρέπει νά λησμονοῦμε ποτέ, πώς
ἔχουμε κληθεῖ «εἰς τοῦτο, ὅτι καί Χριστός ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων
ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ ... ὅς λοιδορούμενος
οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δέ τῷ κρίνοντι δικαίως».
Πρῶτα Ἐκεῖνος καί πίσω Του ἐμεῖς ἀνεβαίνουμε τό μαρτυρικό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ. Ὅταν
βαπτισθήκαμε στ΄ Ὄνομά Του, πρῶτα ἐνδυθήκαμε τό θάνατό Του. Κάθε μέρα πρέπει
νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά μαρτυρήσουμε γιά τό Εὐαγγέλιο καί τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ὀθόδοξη
πίστη καυχιέται γιά τούς μάρτυρές της, στούς ἀγῶνες τῶν ὁποίων ὀφείλει τήν
ἐλευθερία της. Αὐτούς καθημερινά μᾶς προβάλλει σάν πρότυπα ζωῆς. Ὁ Ἀπόστολος
τῶν Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος γιά τό Χριστό ὑπέμεινε ἀναρίθμητα δεινά, τονίζει ὅτι δέν
πρέπει νά πιστεύουμε μόνο στό Χριστό, ἀλλά καί νά πάσχουμε ὑπέρ αὐτοῦ «οὐ
μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν».
Ἡ διαγωγή μας ἀπέναντι στούς διῶκτες
μας πρέπει νά εἶναι ὅπως τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων, «μή ἀποδιδόντες κακόν ἀντί
κακοῦ λοιδορίαν ἀντί λοιδορίας, τοὐναντίον δέ εὐλογοῦντες». Ἐμεῖς θά πρέπει
ὅταν ἀγωνιζόμαστε γιά τό Χριστό, νά μή ταυτίζουμε τήν ἁμαρτία μέ τό
πρόσωπο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλ΄ αὐτή μέν νά μαχόμαστε, τόν ἄνθρωπο ὅμως νά
συμπαθοῦμε καί νά προσευχόμαστε γι αὐτόν. Ἐπίσης νά μήν ἀνταποδίδουμε
τά ἴδια, ἀλλά ὅταν ὑβριζόμαστε νά εὐλογοῦμε, ὅταν διωκόμαστε ν΄ ἀνεχόμεθα,
ὅταν βλασφημούμαστε νά παρακαλοῦμε. Οἱ διῶκτες οὐσιαστικά εἶναι εὐεργέτες
μας, ἀφοῦ μέ τίς θλίψεις πού μᾶς προκαλοῦν μᾶς ἐξασκοῦν στήν ὑπομονή καί μᾶς
εἰσάγουν στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μ΄ αὐτό τό πνεῦμα ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος
Θεολόγος γράφει: «εἰ δέ καί διωχθῆναι σε ὑπέρ δικαιοσύνης ... τότε
σκίρτησον, ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν σοῦ γέγονε καί ποῖον τούτου μεῖζον»
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται
ὅτι ἦταν τό τραγικό πρόσωπο τῆς ἡμέρας. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἐκεῖνος μέν
ἦταν τυφλός, ἀλλά εἶχε μάτια ψυχῆς μέ τά ὁποῖα ἔβλεπε τό ἀληθινό φῶς, ἐνῶ οἱ
Φαρισαῖοι, πού εἶχαν σωματικά μάτια ἦταν οἱ τυφλοί, πού ζοῦσαν στό σκοτάδι καί
ἀδυνατοῦσαν νά ἀντιληφθοῦν τόν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Ζοῦσαν σ΄ ἕνα διαφορετικό κόσμο πού καταργεῖ
τό αἰσθητήριο τῆς πνευματικῆς ὁράσεως καί διακρίσεως, στόν κόσμο τοῦ
φανατισμοῦ καί τῆς μισαλλοδοξίας. Γι αὐτό τό φαινόμενο τοῦ φανατισμοῦ, πού
δυστυχῶς γιά πολλούς ἀπό τούς ζηλωτές Χριστιανούς εἶναι μία ἐπικίνδυνη παγίδα,
θά κάνουμε σήμερα λόγο.
Παρατηρήσατε τούς Φαρισαίους τῆς σημερινῆς
Εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Εἶναι οἱ κλασικοί τύποι φανατισμένων ἀνθρώπων πού πέρα
ἀπό τό δικό τους πιστεύω δέν ὑπάρχει καμιά δυνατότης ἀναγνωρίσεως τῆς ἀξίας τοῦ
ἄλλου. Διεκδικοῦν τήν αὐθεντία. Ὅ,τι ἐκεῖνοι θεωροῦν ὀρθό, αὐτό καί εἶναι.
Εἶναι ἄνθρωποι τῆς ἀκρίβειας τοῦ νόμου καί τοῦ τύπου. Δέν κάνουν καμιά
ὑποχώρηση. Δέν θέλουν νά πέσουν στά μάτια τοῦ κόσμου ἔστω κι ἄν μέσα τους
διεξάγεται ἕνας τρομερός πόλεμος μέ τή συνείδησή τους. Προκειμένου νά
ἐπιβάλλουν τήν ἰδεολογία τους μετέρχονται ὅλα τά μέσα ἀκόμα καί τή βία καί
τόν ἐξαναγκασμό γιατί πιστεύουν ὅτι ὁ σκοπός ἁγιάζει τά μέσα. Ὅλη ἡ οὐσία
αὐτῆς τῆς τακτικῆς εἶναι νά μή χάσουν τήν ὑπόληψή τους στά μάτια τοῦ λαοῦ.
Ὁ δυστυχισμένος τυφλός εἶναι σάν τό θῦμα στά
χέρια τῶν λεόντων. Τούς λέει
τήν ἀλήθεια, ὅτι τόν ἐθεράπευσε ὁ Ἰησοῦς, ἀλλά ἐκεῖνοι προσπαθοῦν νά τοῦ
ἀμφισβητήσουν τή θεραπεία. Δέν πείθονται σ΄ αὐτά πού τούς λέει. Μέ κάθε τρόπο
καί πολλή ψυχολογική βία ἀγωνίζονται νά τόν κάνουν νά ἀρνηθεῖ τό θαῦμα. Καλοῦν
τούς γονεῖς του γιά νά πιστοποήσουν τήν ταυτότητα τοῦ παιδιοῦ τους. Κι ὅταν
μή μπορώντας πιά νά κάνουν ἀλλιῶς, ἀναγνωρίζουν τή θεραπεία καί τήν ἀποδίδουν
στή δύναμη τοῦ Θεοῦ. «Δός δόξαν τῷ Θεῷ» τοῦ λένε. Δέν πιστεύουν στή δύναμη τοῦ
Χριστοῦ. Γι΄ αὐτούς εἶναι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός. «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος
οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν».
Ὁ φανατισμένος διαστρέφει τήν ἀλήθεια,
κηλιδώνει ὑπολείψεις, ἀποκαλύπτει ἐλαττώματα ἐκείνων πού δέν ταυτίζονται μέ τό
πιστεύω του. Οἱ
φανατισμένοι ἄνθρωποι εἶναι ψυχονευρωτικά ἄτομα, ἀνισόρροπες καί διχασμένες
προσωπικότητες. Ἀποκλείουν τή δυνατότητα διαλόγου καί ἀνταλλαγῆς.
Στηρίζονται στό μονόλογο καί στόν φαρισαϊκό δογματισμό.
Θά μπορούσαμε νά χωρίζαμε τόν φανατισμό σέ δύο
κατηγορίες. Στόν
πολιτικό καί στόν θρησκευτικό. Στήν πρώτη κατηγορία θεοποιεῖται μιά πολιτική
ἰδεολογία ἤ ἕνας πολιτικός ἀρχηγός. Οἱ ὀπαδοί τους βλέπουν σ΄ αὐτά μόνο καλά,
μόνο προτερήματα κι ἀρετές. Καμιά φορά φθάνουν στό σημεῖο καί τά ἀνθρώπινα
ἀκόμα πάθη τους νά τά βλέπουν σάν χαρίσματα.
Ὁ θρησκευτικός φανατισμός εἶναι πιό
ἐπικίνδυνος γιατί μέσα του ὑπάρχει ἡ ψευδαίσθηση, ὅτι τά πάντα γίνονται γιά τόν
Θεό. Ὁ φανατικός τῆς κατηγορίας αὐτῆς μέ τό πρόσχημα τοῦ ζήλου καί τῆς
ἀφοσιώσεως στήν ἀλήθεια τῆς πίστεως φθάνει σέ ἐπικίνδυνες ἀκρότητες πού ἔχουν
δυσάρεστες συνέπειες ὄχι μόνο στήν ψυχοπνευματική του ὑγεία, ἀλλά καί στή
μετά τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἐπικοινωνία. Ὁ φανατισμός του τόν κάνει νά βλέπει τούς
ἄλλους σάν ἁμαρτωλούς, ἐξωμότες, παραβάτες, ἐπικίνδυνους γιά τή σωτηρία του,
προδότες τῶν ὁσίων καί τῶν ἱερῶν. Ἡ πίστη του αὐτή τόν ὠθεῖ στόν διαχωρισμό ἀπό
τούς ἄλλους, στήν ἀπόκτησή του ἀπό τό σύνολο καί στόν φατριασμό. Πόσες
ἔριδες, πόσα σχίσματα καί φατρίες, πόσες παρασυναγωγές καί παρατάξεις μέσα στίς
θρησκεῖες διαίρεσαν ἔθνη καί λαούς.
Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί! Σέ ἄτομο πού κατέχει τήν ἀλήθεια ὁ φανατισμός
δέν βρίσκει πρόσφορο ἔδαφος. Ἐμεῖς, ἐπειδή κατέχουμε τήν ἀλήθεια δέν ἔχουμε
καμμιά σχέση μέ τόν φανατισμό καί τόν ἐξαναγκασμό. Ἀγωνιζόμεθα γιά τή διάδοση
τοῦ Εὐαγγελικοῦ μηνύματος χωρίς φανατισμό, γιατί ἐμπιστευόμεθα τήν
καλλιέργεια καί τήν καρποφορία στή δύναμη τῆς θείας Χάριτος. Πλήν ὅμως ὑποκείμεθα στόν κίνδυνο ἀπό ἄμετρο
ζῆλο νά ἀποκλίνουμε ἀπό τόν δρόμο τῆς θεϊκῆς διαγωγῆς. Γι αὐτό χρειάζεται νά
προσέχουμε ἀδιάλειπτα τίς παγίδες τοῦ διαιρέτου διαβόλου. Μέ ταπείνωση καί
ἀγάπη νά ἀκολουθοῦμε τήν ἀλάθητη Ἐκκλησία. Νά ὑποτάξουμε τό ἐγώ στό θέλημα
τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί νά πορευόμεθα τόν δρόμο τῆς ζωῆς μας «ἐν εἰρήνη καί
ὁμονοίᾳ».

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου