4 Μαΐ 2014

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου

 ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ  ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου

          Μέ σοφία «οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι» ἅγιοι Πατέρες ὥρι­σαν, ὥστε ἡ μετά τήν Ἀνάσταση τρίτη Κυριακή νά εἶναι ἀφιερω­μέ­­νη στίς Μυροφόρες γυ­ναῖ­κες καί τούς ἄνδρες ἐκείνους, τόν εὐσχή­μο­να βουλευτή Ἰωσήφ καί τόν Νικό­δη­μο, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν τίς τε­λευταῖες νεκρικές ὑπηρεσίες στόν Ἰησοῦ, ὄχι τό­σο ἐπειδή τά γε­γο­νό­­τα εἰς τά ὁποῖα πρωταγωνίστησαν ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν Ἀνά­­σταση τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά κυρίως ἐπειδή ἡ πράξη τῆς τόλμης καί τῆς ἀφο­βίας τούς ἀποδεικνύουν τή γνησιότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἀγά­πης τους πρός τόν Διδάσκαλο καί σηματοδοτοῦν τήν ὀρθή πο­ρεία τῆς πίστεως γιά κάθε χρι­στια­νό. Τό μυστήριο τῆς ἐνδόξου Ἀνα­στά­­­σεως κατανοεῖται μόνο μέ τήν πίστη. Ἡ μικρή ἀνθρώπινη λογική ἀδυ­νατεῖ νά ἐξιχνιάσει τό κενό μνημεῖο. Γιά νά ζήσει ὅμως ὁ χρι­στια­νός τήν πίστη στόν Ἀναστάντα Κύριο ἀπαιτεῖται τόλμη καί ἡρωι­σμός, ἰδιαίτερα στούς σημερινούς δύσκολους καιρούς τῆς ἀπόο­στα­σίας. Αὐτά τά δύο στοιχεῖα, τήν τόλμη καί τόν ἡρωισμό συνα­ντᾶμε σή­­με­ρα στή συμπεριφορά τῶν Μυροφόρων. Ἄς δοῦμε ὅμως τά γεγο­νό­­τα μέ τή σειρά.

          Ὅταν ὁ Ἐσταυρωμένος εἶχε ἤδη ἐκπνεύσει ἐπί τοῦ Σταυροῦ καί οἱ Μαθηταί πού μέχρι πρίν λίγο ἔδιναν τίς μεγάλες ὑποσχέσεις ὅτι θά τόν ἀκολουθοῦσαν μέ­χρι τό θάνατο, τόν εἶχαν ἐγκαταλείψει «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων», τότε δύο Μαθηταί κρυμμένοι μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα μή μπορώντας νά κρύψουν ἄλλο τήν ἀγάπη τους γιά τόν ἄτα­φο νεκρό, ἀποκαλύπτονται μέ τόν πιό ἐντυπωσιακό τρό­πο.  Πα­ρου­σιάζονται στόν Πιλᾶτο καί ζητοῦν τόν νεκρό Ἰησοῦ. Ὁ Πι­λᾶ­τος, ἀ­φοῦ διαπιστώνει ἀπό τόν Κεντυρίωνα τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, χα­ρί­ζει τό νεκρό σῶμα στούς δύο ἐπισήμους Ἑβραίους. Γεμᾶτοι χαρά ἀ­γο­ράζουν καινούργιο σε­ντό­νι καί τά ἀπαραίτητα γιά τήν ταφή ἀρώ­μα­τα κι ἔρχονται στόν Γολγοθᾶ ὅπου μέ κατάνυξη καί δέος ἀπο­κα­θη­λώνουν τόν Ἰησοῦ.
          Τόν νεκρό τοποθετοῦν σ΄ ἕνα ἀχρησιμοποίητο λαξευτό μνη­μεῖο καί τό φρά­ζουν μέ «λίθον μέγαν σφόδρα». Ἐδῶ τελειώνει τό ἔργο τοῦ εὐσχήμονος βου­λευ­τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ νυκτερινοῦ μαθητοῦ Νικο­δή­μου κι ἀρχίζει τό ἔργο τῶν Μυ­ροφόρων γυναικῶν. Τό πρωί μέ τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου «Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί Μαρία ἡ τοῦ Ἰα­κώ­βου καί Σαλώμη» ἀγόρασαν ἀρώματα κι ἦλθαν γιά νά ἀρρω­­μα­τί­σουν κατά τή συνήθεια τῶν Ἑβραίων τό νεκρό σῶμα τοῦ Ἰη­σοῦ. Δέν ὑπο­λόγισαν κανένα ἐμπόδιο, οὔτε τούς Ἰουδαίους, οὔτε τήν κουστω­δία, οὔτε τήν ἀμε­τακίνητη πέτρα τοῦ τάφου. Ἡ ἀγάπη τίς ἔκανε νά βλέ­πουν μπροστά τους μό­νο τό ἀγαπώμενο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ καί νά ἐλκύονται ἀπ΄ αὐτό. Δέν φο­βοῦ­νται γιατί ἔχουν τελεία ἀγάπη καί «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον». Ἡρωίδες τῆς ἀγάπης, γνήσιες μαθήτριες τοῦ Ἰησοῦ στήν πιό δύσκολη ὥρα {ερχο­νται «ἐπί τό μνημεῖον». Ὅταν πιά πλησιάζουν στόν τάφο προσγειώ­νο­νται στήν πραγματικότητα. Τότε σκέπτονται: «τίς ἀποκυ­λίσει ἡμῖν τόν λί­θον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;». Ὁ λογισμός ἐρωτᾶ, ἀλλ΄ ἡ ἀγά­πη βα­­δίζει.  Ἔ­κπληκτες τότε πα­ρα­τηροῦν «ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος». Εἰ­σέρ­χο­νται στό μνημεῖο κι ἀντί γιά τόν νεκρό Ἰησοῦ βλέπουν «νεα­νί­σκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς περιβεβλημένον στο­λήν λευκήν», ὁ ὁποῖος μέ πραεία φωνή τίς καθησυχάζει γιά νά τούς ἀναγγεί­λει στή συνέχεια τό μεγάλο γεγονός «ἡγέρθη οὐκ ἔστιν ὦδε».
          Τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει καμιά ση­μα­σία γιά τόν ἄν­θρωπο ἄν δέν μεταφερθεῖ στήν προσωπική του ζωή κι ἄν δέν διοχετευθεῖ σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της. Ἄν ἡ πίστη δέν γίνει βίωμα τότε ἡ Ἀνάσταση εἶναι μέν ἕνα συνταρακτικό γεγονός, ἀλλ΄ ὅμως ξένο ἀπό τό γεγονός τῆς ὑπάρξεώς μας. Γιά νά γίνει ἡ πίστη βίωμα ἀπαιτεῖται τόλμη καί ἡρωισμός. Γιά νά πολεμήσουμε τά πάθη τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου χρειάζεται ἀνδρεία, ἀκαταμάχητη θέληση καί ἀνυποχώρητη ἐπιμονή καί ὑπομονή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ πνευ­­­μα­τι­κή δειλία καί ἀδυναμία εἶναι σημεῖα ἀρρωστημένης πί­στεως καί φοβισμένης συνειδήσεως. 
          Ἐκτός ἀπό τόν παλαιό ἄνθρωπο τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, ἰσχυ­­ρός ἀντί­πα­λος τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς εἶναι καί ὁ κόσμος.  Γιά τήν νικηφόρα ἔκβαση τῆς μάχης χριστιανοῦ καί κόσμου ἀπα­ραί­τη­τη προϋπό­θε­ση εἶναι ἡ τόλμη.
          Ἀγαπητοί μου χριστιανοί!
          Ἡ Ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας θέλει ἥρωες τῆς πίστεως καί τῆς πα­τρί­δος, ἀγωνιστές τοῦ καλοῦ, τολμηρούς ἐργάτες τῆς ἀγάπης. Ἡ ἐποχή μας διψᾶ γι ἀν­θρώπους σάν τίς Μυροφόρες γυναῖκες καί τούς ἥρωες Μαθητές. Ἄς ἀποτι­νά­ξου­με τή νοθρώτητα τῆς δειλίας κι ἄς ἀγωνιστοῦμε πνευματικά ἐμπνεόμενοι πάντοτε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου μας.







  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΩΝ  ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

          Ὁλόκληρη ἡ ἑβδομάδα πού ἀρχίζει ἀπό σήμερα, ἀγαπητοί μου Χρι­στια­νοί, εἶναι ἀφιερωμένη στίς Μυροφόρες γυναῖκες καί στούς δύο Μα­θη­τές τοῦ Χριστοῦ τόν εὐσχήμονα Βουλευτή Ἰωσήφ καί τό νυκτερινό κρυφό μαθητή Νικόδημο, οἱ ὁποῖοι μέ περισσή ἀγάπη ἀπέδωσαν τίς τε­λευ­ταῖες τιμές στό Διδάσκαλό τους γενόμενοι οἱ δύο ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς ταφῆς κι οἱ ἄλλες τῆς Ἀναστάσεώς Του. Τό ἱερό συναξάρι τῆς ἡμέρας, μᾶς ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη τῶν Μυροφό­ρων, καί περιγράφει τή γνήσια εὐ­λά­βειά τους πρός τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης περι­φρό­νησαν τό φόβο τῆς κου­στω­δίας κι ἔσπευσαν στόν τάφο νά λα­τρέ­ψουν τό Σωτῆρα τους. Κι ἐκεῖ πρῶτες ἀπό τούς Ἀγγέλους πληροφο­ρή­θη­καν τήν ἔγερ­ση τοῦ Ἰησοῦ.
          Νίκη τῆς πίστεως μποροῦμε νά χαρακτηρήσουμε τήν προηγού­με­νη Κυριακή κατά τήν ὁποία ὁ «ἄπιστος» Θωμᾶς διακήρυξε καί ὡμο­λό­γησε τόν Κύριο καί Θεό του. Γιά τή σωτηρία μας ὅμως δέν φθάνει μόνο ἡ πίστη. Ἀπαραίτητη εἶναι ἡ ἁγία ζωή. Δέν ἀρκεῖ νά πιστεύει καί νά ὁμολογεῖ ὁ πιστός τό Χριστό. Πρέπει νά ζεῖ τήν πίστη του, νά βιώνει τήν εὐσέβειά του. Ἡ σημερινή Κυριακή αὐτό μᾶς ὑπογραμ­μί­ζει. Οἱ Μυροφόρες μᾶς περιγρά­φουν τά γνωρίσματα τῆς γνήσιας θρη­σκευ­τικότητας, πού εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό καί ἡ ὑποταγή στό θέλημά Του. Ἀπό γνήσια ἀγάπη ὑπερ­νι­κοῦν ὅλα τά ἐμπό­δια, τόν ἐσω­τερικό τους φόβο, τήν κουστωδία, τό λίθο τοῦ μνή­μα­τος καί φθά­νουν στό κενό μνημεῖο, ὅπου ἀμείβονται μέ τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως καί τήν ἐμφάνιση τοῦ νικητοῦ τοῦ θα­νάτου Χριστοῦ. Ὑποτάσσουν ὅλες τίς αἰσθήσεις τους στή δύ­να­μη τῆς ἀγάπης. Μέ μύρα καί δάκρυα ραίνουν τό ζωοδόχο τάφο. Μπρο­­στά τους βλέπουν μόνο τό ἀγαπημένο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ζοῦν τό Σταυρό Του. Συμμετέχουν στό θάνατό Του. Συμπάσχουν μέ τό πάθος Του. Ἀπό τό Γολγοθᾶ περνοῦν στήν Ἀνάσταση. Ἀπό τά δά­­κρυα στή χαρά. Ἀπό τό θρῆνο καί τόν ὁδυρμό, στό πανηγύρι. Ἀ­πό τόν τρόμο στήν ἔκσταση. Ἔτσι ἀναγορεύονται πρῶτες εὐαγγε­λί­στριες τῆς Ἀναστάσεως καί ὑποδειγ­μα­τι­κές διδάσκαλοι τῆς ὀρθοδό­ξου καί γνησίας εὐσέβειας.
          Ἡ γνήσια εὐσέβεια ἤ εὐλάβεια βιώνεται μόνο μέσα στήν Ἐκ­κλη­σία, στήν ὁποία ὁ πιστός συναντᾶ κι ἑνώνεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ εὐσέβεια δέν εἶναι σύνολο γνώσεων, οὔτε ἐκτέλε­ση ἠθικῶν παραγγελμάτων καί κανόνων.  Εἶναι ζωή «ἐν Χριστῷ» ὅπως παραδίδεται καί διδάσκεται μέσα στήν Ἐκκλησία. Εὐσεβής εἶναι ἐκεῖνος πού ζεῖ κα­θη­με­ρινά τό Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐκεῖνος πού ἀποσβύ­νει τά πάθη τῆς ψυχῆς του μέ τή δρό­σο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μέ τά δά­κρυα τῆς μετανοίας. Ἐκεῖνος πού ζώντας τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διακηρύττει: «Ἡ ζωή ἐφανερώθη καί ἑωράκαμεν καί μαρτυ­ροῦ­μεν καί ἀπαγγέ­λο­μεν ὑμῖν τήν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρός τόν Πατέρα καί ἐφα­νε­ρώ­θη ἡμῖν».
          Ἡ γνήσια εὐσέβεια ὑπάρχει στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, στήν κοινή Ἐκκλησιαστική ζωή. Ἡ εὐσέβεια δέν διδάσκεται σέ κανέ­να σχολεῖο, ἀλλά μέσα στό Ναό ὅπου τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία καί λατρεύεται νύχτα καί μέρα ὁ Θεός.
          Στίς λέξεις «μύρα καί δάκρυα» πού χρησιμοποιεῖ ἡ ὑμνολογία γιά νά περιγράψει τήν εὐσέβεια τῶν Μυροφόρων ἀνακεφαλαιώνονται τά βιώ­μα­τα τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας. Μύρα εἶναι τ΄ ἀγαθά ἔργα, οἱ πράξεις τῆς ἀγά­πης πρός τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Δάκρυα εἶναι ἡ κα­θη­μερινή συ­ναί­σθη­ση τῆς ταπεινότητας καί τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐκζήτηση τοῦ θείου ἐλέους. Οἱ Μυροφόρες «ἔρραναν μύρα μετά δακρύων καί ἐπλή­σθη χαρᾶς τό στόμα αὐτῶν ἐν τῷ λέγειν Ἀ­νέστη ὁ Κύριος».

          Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί.
Τά δάκρυα τῆς μετανοίας κι ἡ εὐωδία τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης εἶναι τά κύρια γνωρίσματα τῆς γνήσιας εὐσέβειας σ΄ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς μέ τήν ὁποία ἔρχεται στήν ψυχή ἡ χαρά τῆς ἐλπίδας κι ἡ ἀγαλλίαση τῆς Ἀνα­στά­σεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου