ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου
Μέ
σοφία «οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι» ἅγιοι Πατέρες ὥρισαν, ὥστε ἡ μετά τήν
Ἀνάσταση τρίτη Κυριακή νά εἶναι ἀφιερωμένη στίς Μυροφόρες γυναῖκες καί
τούς ἄνδρες ἐκείνους, τόν εὐσχήμονα βουλευτή Ἰωσήφ καί τόν Νικόδημο, οἱ
ὁποῖοι προσέφεραν τίς τελευταῖες νεκρικές ὑπηρεσίες στόν Ἰησοῦ, ὄχι τόσο
ἐπειδή τά γεγονότα εἰς τά ὁποῖα πρωταγωνίστησαν ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν
Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά κυρίως ἐπειδή ἡ πράξη τῆς τόλμης καί τῆς ἀφοβίας
τούς ἀποδεικνύουν τή γνησιότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης τους πρός τόν
Διδάσκαλο καί σηματοδοτοῦν τήν ὀρθή πορεία τῆς πίστεως γιά κάθε χριστιανό.
Τό μυστήριο τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεως κατανοεῖται μόνο μέ τήν πίστη. Ἡ μικρή
ἀνθρώπινη λογική ἀδυνατεῖ νά ἐξιχνιάσει τό κενό μνημεῖο. Γιά νά ζήσει ὅμως ὁ
χριστιανός τήν πίστη στόν Ἀναστάντα Κύριο ἀπαιτεῖται τόλμη καί ἡρωισμός,
ἰδιαίτερα στούς σημερινούς δύσκολους καιρούς τῆς ἀπόοστασίας. Αὐτά τά δύο
στοιχεῖα, τήν τόλμη καί τόν ἡρωισμό συναντᾶμε σήμερα στή συμπεριφορά τῶν
Μυροφόρων. Ἄς δοῦμε ὅμως τά γεγονότα μέ τή σειρά.
Ὅταν
ὁ Ἐσταυρωμένος εἶχε ἤδη ἐκπνεύσει ἐπί τοῦ Σταυροῦ καί οἱ Μαθηταί πού μέχρι πρίν
λίγο ἔδιναν τίς μεγάλες ὑποσχέσεις ὅτι θά τόν ἀκολουθοῦσαν μέχρι τό θάνατο,
τόν εἶχαν ἐγκαταλείψει «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων», τότε δύο Μαθηταί κρυμμένοι
μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα μή μπορώντας νά κρύψουν ἄλλο τήν ἀγάπη τους γιά τόν ἄταφο
νεκρό, ἀποκαλύπτονται μέ τόν πιό ἐντυπωσιακό τρόπο. Παρουσιάζονται στόν Πιλᾶτο καί ζητοῦν τόν
νεκρό Ἰησοῦ. Ὁ Πιλᾶτος, ἀφοῦ διαπιστώνει ἀπό τόν Κεντυρίωνα τόν θάνατο τοῦ
Χριστοῦ, χαρίζει τό νεκρό σῶμα στούς δύο ἐπισήμους Ἑβραίους. Γεμᾶτοι χαρά ἀγοράζουν
καινούργιο σεντόνι καί τά ἀπαραίτητα γιά τήν ταφή ἀρώματα κι ἔρχονται στόν
Γολγοθᾶ ὅπου μέ κατάνυξη καί δέος ἀποκαθηλώνουν τόν Ἰησοῦ.
Τόν
νεκρό τοποθετοῦν σ΄ ἕνα ἀχρησιμοποίητο λαξευτό μνημεῖο καί τό φράζουν μέ
«λίθον μέγαν σφόδρα». Ἐδῶ τελειώνει τό ἔργο τοῦ εὐσχήμονος βουλευτοῦ Ἰωσήφ
καί τοῦ νυκτερινοῦ μαθητοῦ Νικοδήμου κι ἀρχίζει τό ἔργο τῶν Μυροφόρων
γυναικῶν. Τό πρωί μέ τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου «Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί Μαρία ἡ τοῦ
Ἰακώβου καί Σαλώμη» ἀγόρασαν ἀρώματα κι ἦλθαν γιά νά ἀρρωματίσουν κατά τή
συνήθεια τῶν Ἑβραίων τό νεκρό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Δέν ὑπολόγισαν κανένα ἐμπόδιο,
οὔτε τούς Ἰουδαίους, οὔτε τήν κουστωδία, οὔτε τήν ἀμετακίνητη πέτρα τοῦ
τάφου. Ἡ ἀγάπη τίς ἔκανε νά βλέπουν μπροστά τους μόνο τό ἀγαπώμενο πρόσωπο
τοῦ Ἰησοῦ καί νά ἐλκύονται ἀπ΄ αὐτό. Δέν φοβοῦνται γιατί ἔχουν τελεία ἀγάπη
καί «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον». Ἡρωίδες τῆς ἀγάπης, γνήσιες
μαθήτριες τοῦ Ἰησοῦ στήν πιό δύσκολη ὥρα {ερχονται «ἐπί τό μνημεῖον». Ὅταν πιά
πλησιάζουν στόν τάφο προσγειώνονται στήν πραγματικότητα. Τότε σκέπτονται:
«τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;». Ὁ λογισμός ἐρωτᾶ,
ἀλλ΄ ἡ ἀγάπη βαδίζει. Ἔκπληκτες τότε
παρατηροῦν «ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος». Εἰσέρχονται στό μνημεῖο κι ἀντί
γιά τόν νεκρό Ἰησοῦ βλέπουν «νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς
περιβεβλημένον στολήν λευκήν», ὁ ὁποῖος μέ πραεία φωνή τίς καθησυχάζει γιά νά
τούς ἀναγγείλει στή συνέχεια τό μεγάλο γεγονός «ἡγέρθη οὐκ ἔστιν ὦδε».
Τό
μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει καμιά σημασία γιά τόν ἄνθρωπο ἄν
δέν μεταφερθεῖ στήν προσωπική του ζωή κι ἄν δέν διοχετευθεῖ σέ ὅλες τίς
ἐκφάνσεις της. Ἄν ἡ πίστη δέν γίνει βίωμα τότε ἡ Ἀνάσταση εἶναι μέν ἕνα
συνταρακτικό γεγονός, ἀλλ΄ ὅμως ξένο ἀπό τό γεγονός τῆς ὑπάρξεώς μας. Γιά νά
γίνει ἡ πίστη βίωμα ἀπαιτεῖται τόλμη καί ἡρωισμός. Γιά νά πολεμήσουμε τά πάθη
τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου χρειάζεται ἀνδρεία, ἀκαταμάχητη θέληση καί ἀνυποχώρητη
ἐπιμονή καί ὑπομονή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ πνευματική δειλία καί ἀδυναμία
εἶναι σημεῖα ἀρρωστημένης πίστεως καί φοβισμένης συνειδήσεως.
Ἐκτός
ἀπό τόν παλαιό ἄνθρωπο τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, ἰσχυρός ἀντίπαλος τῆς
πνευματικῆς μας ζωῆς εἶναι καί ὁ κόσμος.
Γιά τήν νικηφόρα ἔκβαση τῆς μάχης χριστιανοῦ καί κόσμου ἀπαραίτητη
προϋπόθεση εἶναι ἡ τόλμη.
Ἀγαπητοί
μου χριστιανοί!
Ἡ
Ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας θέλει ἥρωες τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος,
ἀγωνιστές τοῦ καλοῦ, τολμηρούς ἐργάτες τῆς ἀγάπης. Ἡ ἐποχή μας διψᾶ γι ἀνθρώπους
σάν τίς Μυροφόρες γυναῖκες καί τούς ἥρωες Μαθητές. Ἄς ἀποτινάξουμε τή
νοθρώτητα τῆς δειλίας κι ἄς ἀγωνιστοῦμε πνευματικά ἐμπνεόμενοι πάντοτε ἀπό τήν
ἀγάπη τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου μας.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ
ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Διδαχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Ὁλόκληρη
ἡ ἑβδομάδα πού ἀρχίζει ἀπό σήμερα, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, εἶναι ἀφιερωμένη
στίς Μυροφόρες γυναῖκες καί στούς δύο Μαθητές τοῦ Χριστοῦ τόν εὐσχήμονα
Βουλευτή Ἰωσήφ καί τό νυκτερινό κρυφό μαθητή Νικόδημο, οἱ ὁποῖοι μέ περισσή
ἀγάπη ἀπέδωσαν τίς τελευταῖες τιμές στό Διδάσκαλό τους γενόμενοι οἱ δύο
ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς ταφῆς κι οἱ ἄλλες τῆς Ἀναστάσεώς Του. Τό ἱερό συναξάρι
τῆς ἡμέρας, μᾶς ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη τῶν Μυροφόρων, καί περιγράφει τή γνήσια
εὐλάβειά τους πρός τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης περιφρόνησαν
τό φόβο τῆς κουστωδίας κι ἔσπευσαν στόν τάφο νά λατρέψουν τό Σωτῆρα τους.
Κι ἐκεῖ πρῶτες ἀπό τούς Ἀγγέλους πληροφορήθηκαν τήν ἔγερση τοῦ Ἰησοῦ.
Νίκη
τῆς πίστεως μποροῦμε νά χαρακτηρήσουμε τήν προηγούμενη Κυριακή κατά τήν ὁποία
ὁ «ἄπιστος» Θωμᾶς διακήρυξε καί ὡμολόγησε τόν Κύριο καί Θεό του. Γιά τή
σωτηρία μας ὅμως δέν φθάνει μόνο ἡ πίστη. Ἀπαραίτητη εἶναι ἡ ἁγία ζωή. Δέν
ἀρκεῖ νά πιστεύει καί νά ὁμολογεῖ ὁ πιστός τό Χριστό. Πρέπει νά ζεῖ τήν πίστη
του, νά βιώνει τήν εὐσέβειά του. Ἡ σημερινή Κυριακή αὐτό μᾶς ὑπογραμμίζει. Οἱ
Μυροφόρες μᾶς περιγράφουν τά γνωρίσματα τῆς γνήσιας θρησκευτικότητας, πού
εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό καί ἡ ὑποταγή στό θέλημά Του. Ἀπό γνήσια ἀγάπη ὑπερνικοῦν
ὅλα τά ἐμπόδια, τόν ἐσωτερικό τους φόβο, τήν κουστωδία, τό λίθο τοῦ μνήματος
καί φθάνουν στό κενό μνημεῖο, ὅπου ἀμείβονται μέ τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς
Ἀναστάσεως καί τήν ἐμφάνιση τοῦ νικητοῦ τοῦ θανάτου Χριστοῦ. Ὑποτάσσουν ὅλες
τίς αἰσθήσεις τους στή δύναμη τῆς ἀγάπης. Μέ μύρα καί δάκρυα ραίνουν τό
ζωοδόχο τάφο. Μπροστά τους βλέπουν μόνο τό ἀγαπημένο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Ζοῦν τό Σταυρό Του. Συμμετέχουν στό θάνατό Του. Συμπάσχουν μέ τό πάθος Του. Ἀπό
τό Γολγοθᾶ περνοῦν στήν Ἀνάσταση. Ἀπό τά δάκρυα στή χαρά. Ἀπό τό θρῆνο καί
τόν ὁδυρμό, στό πανηγύρι. Ἀπό τόν τρόμο στήν ἔκσταση. Ἔτσι ἀναγορεύονται
πρῶτες εὐαγγελίστριες τῆς Ἀναστάσεως καί ὑποδειγματικές διδάσκαλοι τῆς
ὀρθοδόξου καί γνησίας εὐσέβειας.
Ἡ
γνήσια εὐσέβεια ἤ εὐλάβεια βιώνεται μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία, στήν ὁποία ὁ
πιστός συναντᾶ κι ἑνώνεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ εὐσέβεια δέν
εἶναι σύνολο γνώσεων, οὔτε ἐκτέλεση ἠθικῶν παραγγελμάτων καί κανόνων. Εἶναι ζωή «ἐν Χριστῷ» ὅπως παραδίδεται καί
διδάσκεται μέσα στήν Ἐκκλησία. Εὐσεβής εἶναι ἐκεῖνος πού ζεῖ καθημερινά τό
Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος πού ἀποσβύνει τά πάθη τῆς ψυχῆς
του μέ τή δρόσο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας. Ἐκεῖνος
πού ζώντας τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διακηρύττει: «Ἡ ζωή ἐφανερώθη καί
ἑωράκαμεν καί μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλομεν ὑμῖν τήν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρός
τόν Πατέρα καί ἐφανερώθη ἡμῖν».
Ἡ
γνήσια εὐσέβεια ὑπάρχει στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, στήν κοινή Ἐκκλησιαστική
ζωή. Ἡ εὐσέβεια δέν διδάσκεται σέ κανένα σχολεῖο, ἀλλά μέσα στό Ναό ὅπου
τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία καί λατρεύεται νύχτα καί μέρα ὁ Θεός.
Στίς
λέξεις «μύρα καί δάκρυα» πού χρησιμοποιεῖ ἡ ὑμνολογία γιά νά περιγράψει τήν
εὐσέβεια τῶν Μυροφόρων ἀνακεφαλαιώνονται τά βιώματα τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας.
Μύρα εἶναι τ΄ ἀγαθά ἔργα, οἱ πράξεις τῆς ἀγάπης πρός τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο.
Δάκρυα εἶναι ἡ καθημερινή συναίσθηση τῆς ταπεινότητας καί τῆς ἀδυναμίας
τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐκζήτηση τοῦ θείου ἐλέους. Οἱ Μυροφόρες «ἔρραναν μύρα μετά
δακρύων καί ἐπλήσθη χαρᾶς τό στόμα αὐτῶν ἐν τῷ λέγειν Ἀνέστη ὁ Κύριος».
Ἀγαπητοί
μου Χριστιανοί.
Τά δάκρυα
τῆς μετανοίας κι ἡ εὐωδία τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης εἶναι τά κύρια γνωρίσματα τῆς
γνήσιας εὐσέβειας σ΄ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς μέ τήν ὁποία ἔρχεται στήν ψυχή
ἡ χαρά τῆς ἐλπίδας κι ἡ ἀγαλλίαση τῆς Ἀναστάσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου