17 Αυγ 2014

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ              
Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

            Ὁ λόγος πού δέν μπόρεσαν οἱ Μαθηταί τοῦ Χριστοῦ νά ἐκβάλουν τό πονηρό δαιμόνιο ἀπό τόν σεληνιαζόμενο νέο ἦταν ἡ ἀδυναμία τῆς πίστεώς τους. Τοῦτο ὑπεγράμμισε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὅταν λυπημένοι καί ἀπογοητευμένοι τόν ρωτοῦσαν, γιατί ἐκεῖνοι δέν κατόρθωσαν νά θεραπεύσουν τόν νέο «ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς˙ διά τήν ἀπιστίαν ὑμῶν». Εἶχαν βέβαια οἱ Ἀπόστολοι πίστη. Δέν εἶχαν ὅμως τήν πίστη, τή ζῶσα πίστη πού θαυματουργεῖ. Ἐθαύμαζαν καί παρε­δέ­­χο­ντο τόν Ἰησοῦ. Δέν ἦταν ὅμως ἀκόμη ἕτοιμοι νά ποῦν ἐκεῖνο πού σήμερα λέγει ὁ λειτουργός σέ μιά εὐχή τῆς Θείας Λειτουργίας: «Σοί παρακατατιθέμεθα τήν ζωήν ἡμῶν ἅπασαν καί τήν ἐλπίδα, Δέσποτα Φιλάνθρωπε». Ἔλειπε ἀπό τήν πίστη τους ἡ ταπεινοφροσύνη καί ὑπερτεροῦσε στήν ψυχή τους ὁ ἀνθρωποκε­ντρι­σμός Ἡ πίστη τους μέχρι τήν ὥρα ἐκείνη ἦταν περισσότερο διανοητική πα­ρα­δοχή καί συναισθηματική καταφυγή. Γι΄ αὐτό ἀργότερα στή δοκιμασία τῶν παθῶν τοῦ Διδασκάλου τους, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ πίστη ἐξανεμίστηκε καί τούς ὁδήγησε στή φυγή καί στήν ἐγκατάλειψη τοῦ Ἰησοῦ. Μόνο μέ τήν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ πίστη τους ἔγινε γνήσια καί ἀληθινή καί μέ τή δύναμή της ἐποίησαν «τέρατα καί σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ» (Πράξ. Στ΄,8).

            Ὅταν ὁ Ἰησοῦς πληροφορήθηκε ἀπό τόν πονεμένο πατέρα τήν ἀδυναμία τῶν Μαθητῶν του νά θεραπεύσουν τόν νέο, γεμᾶτος ἀγανάκτηση καί ὀργή ἐκάκισε τήν γενεά τῶν ἀνθρώπων γιά τήν ἀπιστία της μέ τοῦτα τά συγκλο­νι­στι­κά λόγια: «Ὦ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ΄ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;». Θά ἔλεγε κανείς, ὅτι κάθε ἄλλο παρά ἄπιστη ἦταν ἡ γενεά τῶν Ἰουδαίων. Ὅσο κανείς ἄλλος λαός τό ἔθνος τῶν Ἑβραίων διακρινόταν γιά τήν προσήλωσή του στόν ἕνα καί ἀληθινό Θεό, τόν ὁποῖο ἐλάτρευε μέ ἀπό­λυ­τη εὐλάβεια καί πίστη. Χαρακτηρίζεται ὅμως ἀπό τόν Ἰησοῦ «ἄπιστος» καί δι­καίως, διότι εἶχε διεστραμμένη πίστη, ἐγωιστική, τυπολατρική. Ἡ ἐλλιπής καί κίβ­δυλη πίστη δέν εἶναι κἄν πίστη, εἶναι ἀπιστία. Ἡ πίστη δέν ἀποδεικνύεται μέ τό πλῆθος τῶν θυσιῶν καί τό πολύωρο τῶν προσευχῶν . Ἄν δέν συνοδεύεται μέ τή γνήσια ἀγάπη εἶναι ἄψυχη καί νεκρή, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος: «ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. 2.26).
            Ἡ πίστη ἔχει ἀδελφή τήν ἀγάπη καί τήν αὐτοθυσία. Ἄν τῆς λείπει ἡ τελεία ἡ τελεία ἀγάπη, τότε γίνεται διανοητική φλυαρία καί φαρισαϊκή κομπο­ρη­μο­σύ­νη. Ἡ ἐν Χριστῷ πίστη εἶναι ψυχοσωματική κατάσταση. Εἶναι δύναμη τοῦ πνεύ­μα­τος πού ἐκφράζεται καί ἐκδηλώνεται ψυχοσωματικά. Ἐκεῖνος πού πιστεύει, ζεῖ ὅπως πιστεύει καί ἐκφράζει ἔμπρακτα τήν πίστη του στό Θεό. Στό σωστό Χρι­στια­νό ἡ πίστη ἐμπεριέχει ἀγάπη καί ἡ ἀγάπη τήν πίστη. Κάθε ἄλλο ἀνθρω­πο­κε­ντρικό ἐνδιάμεσο διχάζει τήν ἑνότητα πίστεως καί ἀγάπης καί καθιστᾶ τόν πιστό ἄνθρωπο τοῦ ψυχροῦ διανοητικοῦ στοχασμοῦ χωρίς αἰσθή­μα­τα.
            Ἡ γνήσια πίστη διακρίνεται γιά τήν ὁλοκληρωτική ἐμπιστοσύνη της πρός τόν Θεό. Πιστεύω σημαίνει δίνω τή ζωή μου στό Θεό χωρίς ὑπολογισμούς, ἀπορ­ρί­πτω τόν ἀνθρωποκεντρισμό μου, ἀρνοῦμαι τό ἐγώ καί ὑποτάσσομαι στήν ἀγάπη του. Πιστεύω σημαίνει δίνομαι στό Θεό χωρίς ἐπιφυλάξεις, ὑπακούω στό θέλημά Του. Ἡ γνήσια πίστη καταλαμβάνει ὅλο τό νοῦ, ὅλο τό συναίσθημα, ὅλη τήν καρδιά καί ἐκφράζεται σάν γνήσια ἀγάπη στό Θεό καί στόν ἄνθρωπο.
            Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ πίστη, πού θεμελιώνεται στήν ὑπακοή, στήν ταπείνωση καί στήν ἀγάπη, θαυματουργεῖ. Γιά τόν ἄνθρωπο πού μ΄ αὐτό τόν τρόπο πι­στεύει στό Θεό εἶπε ὁ Ἰησοῦς ὅτι δύναται νά μετακινήσει βουνά καί νά κάνει τέ­ρα­­τα καί σημεῖα ἀκόμα μεγαλύτερα ἀπό ἐκεῖνα πού ἔκαμε ὁ ἴδιος. «Ὁ πι­στεύων εἰς ἐμέ τά ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καί μείζονα τούτων ποιή­σει» (Ἰω. 14.12).
            Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί. Θαῦμα δέν γίνεται ἄν δέν προηγηθεῖ ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Χριστό. Ματαιοπονοῦμε μέ τό νά ζητᾶμε ἀπό τό Θεό ἤ τήν Παναγία ἤ ἀπό τούς ἁγίους νά κάνουν τό θαῦμα στή ζωή μας, ἄν προηγουμένως δέν ἀπο­κτή­­­σουμε τίς προϋποθέσεις τοῦ θαύματος, πού εἶναι τά βιώματα τῆς γνη­σίας πί­στεως. Δέν θέλει ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία τά ἀφιερώματα καί τίς ὑλι­κές θυσίες μας. Θέλει νά θυσιάσουμε τόν ἐγωισμό μας καί νά ἀποκτήσουμε τήν παι­δική κα­θα­­­ρότητα. Θέλει τήν ὑπακοή μας, γιά νά ὑπακούσει στίς κραυγές τῆς ἀγω­νίας μας.

            Σήμερα «ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἆρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;» (Λουκ. 18.8). Εἶναι τοῦτο ἕνα καυτό ἐρώτημα πού πρέπει νά μᾶς ἀνησυχήσει. Ὁ λό­γος πού ὁ Θεός δέν ἀνταποκρίνεται στίς ἱκεσίες μας γιά κάποιο θαῦμα εἶναι ὅτι πρῶτα ἐμεῖς δέν ἀνταποκρινόμαστε στίς ἐντολές του. Τό θαῦμα δέν ἔρχεται στή ζωή μας σάν μιά μαγική ἐνέργεια. Εἶναι ἀποτέλεσμα καί ἐκδήλωση θεώσεως καί ἁγιασμοῦ. Ἡ στιγμή κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος κατορθώνει αἰρόμενος τοῦ κό­σμου καί τῆς φθαρτῆς ζωῆς, νά ἑνωθεῖ μέ τήν Ἁγία Τριάδα καί νά λάβει τά δῶρα τοῦ Παραδείσου. Αὐτά τά μυστικά βιώματα δέν ἔχουν ἐξωτερικό μέγεθος καί ἐπιφάνεια. Εἶναι μικρά καί ἀφανῆ, ἀλλά δυναμικά ὅπως ὁ κόκκος τοῦ σι­νά­πεως. Ἀρκεῖ ἡ καρδιά νά φλέγεται ἀπό θεία ἀγάπη καί ὁ νοῦς νά φρονεῖ τά ταπεινά καί τά χείλη νά ψελίζουν: «πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (Μαρκ. 9.24).

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου